Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Η δι-αφάνεια του σεξ

Του Αποστόλη Αρτινού

 

«Υπάρχει εδώ μια τρύπα, και αυτή η τρύπα ονομάζεται Άλλος».
Jacques Lacan

 

Το ερωτικό υποκείμενο είναι ένα «λεξιακό» υποκείμενο, ένα υποκείμενο που υπό-μένει στον απορημένο τόπο των απευθύνσεών του. Ένα ομιλιακό συμβάν που συγκροτεί την αναφορική του υπόσταση στη συχνότητα της ψυχικής του εκπομπής. Ο Άλλος, αναγνωρίζεται έτσι στην ανάδυση αυτού του γλωσσικού διαστήματος, που συγκροτεί και τον ορίζοντα της μοναδικής του επιθυμίας. Ένα γλωσσικό περιβάλλον που εκπέμπει διαρκώς τα σινιάλα του, τις υποκείμενες του θέσεις. Η σεξουαλική σχέση οργανώνεται έτσι μέσα σ' αυτό το δυνατό καθεστώς της γλώσσας, κάτω απ' αυτή την κυριαρχία των σημαινόντων της: του φύλου του άντρα και του φύλου της γυναίκας. Θα είναι μάλιστα κι αυτή η έμφυλη θέση του υποκειμένου που θα προδιαγράψει και το κύριο σημαίνον του Άλλου και την (αδύνατη) μαζί ενότητα του. Επιθυμούμε, και θα επιθυμούμε πάντα, το σημαίνον άντρας ή το σημαίνον γυναίκα, θα πει ο Lacan, σημαίνοντα, που αναδύθηκαν μαζί με την ανάδυση της γλώσσας: «Ο Άλλος στη δική μου γλώσσα, δεν γίνεται παρά να είναι το Άλλο φύλλο». 

Η αναφορικότητα του υποκειμένου αναγνωρίζεται έτσι στο γλωσσικό ορίζοντα αυτής της μοναχικής και επικεντρωμένης εγγραφής πάνω στο σώμα του Άλλου. Ένα σημείο όμως που δεν μπορεί να κατακτηθεί σεξουαλικά όπως δεν μπορεί και να ανακτηθεί γλωσσικά. Η γνώση του Άλλου θα ναι μια γνώση πάντα πέραν της συνείδησης, μια ασυνείδητη γνώση, που θα εναποθέτει στα υποκείμενά της και τα αδιάβρωτα ίχνη της, στην πραγματικότητα, αυτά μόνο τα ίχνη του Άλλου. Ο ομόκλινος Άλλος δεν βιώνεται έτσι στην πραγματικότητα της σεξουαλικής του απόλαυσης αλλά στην οδύνη της μοναδικής του ξ-ενότητας. Μια τοπική που δεν διατίθεται στη γνωστική της συνάρθρωση αλλά στην αμορφία και αφασία του Πραγματικού της μεγέθους, σ' αυτή την συνθωματική της από-κάλυψη. Τα ερωτικά υποκείμενα είναι νοήματα έτσι που εγγράφονται σ' αυτό το αδύνατο, που εκτρέπονται στο σημείο του αφανισμού τους, στο όριο της ολικής τους εξαπάτησης. Σ' αυτό το όριο που ο Lacan θα εγγράψει και το μη εγγράψιμο της σεξουαλικής σχέσης. Το σημαίνον άντρας και το σημαίνον γυναίκα έρχονται με τους δικούς τους μοναδικούς και χαρακτηριστικούς όρους για να εγγράψουν το αδύναμο νόημα τους στην ανεγγράψιμη και φαντασιακή ύλη του σεξουαλικού. Οι αναφορές, που υπερισσεύουν του Lacan, πάνω στη μαθηματική θεωρία των συνόλων, σ' αυτή τη κομβική θέση των γράμματος, όπως και στην από-καλυπτική των συναθροίσεών του, μαρτυρούν τη μοναδική, αναπληρωματική θέση της γλώσσας σ' αυτές τις υπαρκτικές ανεπάρκειες του Πραγματικού. Δεν θα υπάρξει ποτέ για τον άνθρωπο η δυνατότητα μιας προγλωσσικής απόλαυσης. Ο τόπος και ο χρόνος προ της αναδύσεως της γλώσσας θα είναι πάντα για αυτόν και η μαύρη τρύπα της προϊστορίας του. Η γλώσσα θα 'ναι η θέση του, η μοναδική του θέση, που δεν θα ναι όμως ποτέ και η θέση της απόλαυσης του. Η απόλαυση έτσι του Άλλου θα δοκιμάζεται πάντα στο πεδίο της αποτυχίας της, στην αντικειμενικότητα της έ(κ)λλειψής της. Ο Lacan το τονίζει αυτό, φθάνει μάλιστα στο σημείο να μιλάει μ' έναν κυριολεκτικό τρόπο για αυτό το αντικείμενο της αποτυχίας. Μια αποτυχία που οφείλεται στο ανεπίδοτο Πραγματικό του άφθαστου σώματος. Αν το αίσθημα κοινωνείται στην ταυτό-ποιητική των σημαινόντων του, το σώμα του Άλλου, «η απόλαυση του σώματος του Άλλου», υπομένει τη μοναδική και ακοινώνητη θέση της, τη μοναδική της εν-οντότητα, αυτό το Ακόμη της μη διάθεσής της. Εδραιώνεται στο αδύνατο της πρόσληψης ενός υπολειμματικού, αντιναρκισσιστικού Πραγματικού. Ένα αινιγματικό, άφυλο πεδίο, μιας και τα ίχνη του που ανιχνεύονται στις απολαυσιακές, εκλειπτικές τους οπές, είναι ίχνη απισχνημένα. Ο Lacan είναι σαφής, το ίχνος του Άλλου είναι ένα άφυλο ίχνος, η ενότητα της διάφυλης σχέσης του είναι μια αδύνατη ενότητα, αυτό το αδύνατο Ένα της σεξουαλικής ένωσης.
Η σκηνή της γοητείας θα είναι έτσι πάντα για τον άνθρωπο και η σκηνή της αποπλάνησης του, της γλωσσικής του εκτροπής στη σαγήνη του Άλλου. Μια εκτροπή που αντιστρέφει τις μορφές και διασαλεύει όλα τα δυνατά τους σημεία. Είναι αυτός ο εκθυλησμός του παιγνιδιού. Η θηλυκότητα ως «η αρχή της αβεβαιότητας», που είναι και η αποπλάνηση του αρσενικού, η αποπλάνηση όλων των δυνατών ταυτοτήτων. Αυτή είναι άλλωστε και η συνθήκη της θηλυκής σεξουαλικότητας, το ότι δεν αναγνωρίζεται σε καμιά αλήθεια, σε καμιά δομική ταυτότητα αλλά σ' αυτή μόνο την «κυριαρχία της αποπλάνησης», εδώ κι αυτό το υπερβολικό νόημα του τραβεστί. Αν το θηλυκό έχει κάποια αλήθεια αυτή δεν βρίσκεται στην καθαρότητα της γραφής του, όπως επιζητούσε ο φεμινιστικός λόγος, αλλά σ' αυτή την παρενδυτικότητά του. «Η σαγήνη», λέει ο Baudrillard. «αντιπροσωπεύει τον έλεγχο του συμβολικού σύμπαντος τη στιγμή που η εξουσία δεν αντιπροσωπεύει παρά τον έλεγχο του πραγματικού σύμπαντος». Η θηλυκότητα έτσι γίνεται η αποπλάνηση και αυτής της ίδιας της αλήθειας, η εκτροπή της από το σύμπαν του νοήματος σ' αυτό το σύμπαν των φαινομένων, στους ιριδισμούς πάνω σ' αυτό το «βάθος της επιφάνειας» (Μούζιλ). Γοητευμένο έτσι το ερωτικό υποκείμενο υπονομεύει τη στατικότητα του, αποξηλώνεται σταδιακά απ' όλες τις μορφικές του καθηλώσεις και τις ταυτολογικές του αναπαραστάσεις, και διατίθεται εξ ολοκλήρου στη σκηνή του άλλου, στο σύμπαν των δικών του σημείων, παίζει στη σκηνή έτσι τού εαυτού του θανάτου. «Το αρχικό έγκλημα θα' ναι πάντα η γοητεία».
Στην «εκλειπτική του σεξ» ο Baudrillard σκέφτεται πάνω σ' αυτό το φαινομενικά παράδοξο σχήμα της απόσυρσης του πόθου μέσα στο περιβάλλον της απελευθέρωσης του. Ενώ εδώ και δεκαετίες πολλαπλασιάζεται ο σεξουαλικός λόγος και επιδεινώνονται οι εκδηλώσεις του, στην πραγματικότητα αυτό που εκλείπει είναι η ίδια η σεξουαλική ηδονή. Ο Baudrillard μάλιστα φθάνει στο σημείο να την αναγνωρίζει στα όρια αυτής τής ολικής της απώλειας. Με την σεξουαλική απελευθέρωση η ηδονή επιδεινώθηκε τόσο που ξέφυγε από τις διαστάσεις του σαρκικού πόθου. Έγινε περισσότερο η δυνητικότητα της ηδονής παρά η δυνατότητά της. Μια δυνητικότητα που θα πάρει τη μορφή κι αυτής της θηλυκοποίησης του κόσμου. «Τα πάντα σ' αυτήν την κοινωνία θα θηλυκοποιήθουν», λέει ο Baudrillard, «θα σεξουαλοποιηθούν με τον θηλυκό τρόπο μαλακής σαγήνευσης, τα αντικείμενα, τα αγαθά, οι υπηρεσίες, οι κάθε είδους σχέσεις, το κόλπο δεν είναι τόσο το να προσθέσουμε σεξ σε ένα πλυντήριο όσο το να δώσουμε στο αντικείμενο αυτή τη φαντασιακή ιδιότητα του θηλυκού, του να είναι διαθέσιμο όποτε να ναι, ουδέποτε συσταλτικό, ουδέποτε αμφίβολο». Είναι αυτή θηλυκοποίηση που θα πορνογραφήσει τον κόσμο στον ορίζοντα της ολικής του διαθεσιμότητας, της εμβληματικής του έκχυσης. Η πορνογραφία είναι γένους θηλυκού γι αυτό και η καταφυγή σ' αυτή του αρσενικού. Είναι η ακραία αρσενική φαντασίωση της διάνοιξης του κόσμου. Η ψυχαναγκαστική διάρρηξη αυτού του ίδιου του πραγματικού, η εκτεχνίκευση του. Στο πορνό δεν υπάρχει ο ορίζοντας του πόθου. Υπάρχει μόνο η θεαματικότητα των σωμάτων, η εκπραγμάτιση τους. Το ερωτικό βλέμμα όμως δεν ανήκει στην κατηγορία του ορατού, αλλά στην κατηγορία της κρυπτωνυμίας, στο σύμπαν των αποκρύψεων. Ο άλλος είναι το μυστικό του, ένα αδιάθετο σύμπαν που διασαλεύει το σύμπαν των δικών μου νοημάτων. Ο άλλος δεν είναι ποτέ εξ ολοκλήρου ορατός, είναι ορατό το μυστικό του, αυτή η απόκοσμη λάμψη του. Ο πόθος έτσι δεν εγγράφεται στην προσέγγιση αλλά στον ηλεκτρισμό της απόστασης, στα διασταυρούμενα μηνύματα, σ' αυτό το ταχυδρομείο του βλέμματος. Στην πορνογραφία, όπου και οι αποστάσεις καταλύονται, τα υποκείμενα δεν είναι διαθέσιμα, δεν εκκινούν, δεν συνευρίσκονται, συγχρωτίζονται μόνο. Μια ολική εκδραμάτιση που θα γίνει αυτή η «απομάγευση του κόσμου» (P. Virilio). Η μηντιακή καταγραφή, η πολιτική γεγονοτολογία, ο ψευδονατουραλισμός της σύγχρονης τέχνης, η γενικευμένη εμπορευματοποίηση, όλα μαζί πλέον υπερθεματίζουν πάνω σ' αυτή την αντικειμενοποίηση των σχέσεων, στην ειρωνική αποκάλυψη ενός εκπραγματισμένου ορίζοντα, εν τέλει σ' αυτό το game over του παιγνιδιού.
Η πορνογραφία, εγγράφεται έτσι για τον Baudrillard, σ' αυτή την πεπρωμένη ανατομία του Φρόυντ, επικεντρωμένη στο αντρικό σώμα, στο φαλλό, και διαθλασμένη στο γυναικείο διαφυγών ίχνος. Που να ναι άραγε αυτό το σημείο G; Το πορνογραφικό σώμα είναι το σώμα που έχει αναθέσει έτσι την πυρετική του έξαψη στη διαμεσολάβηση του τεχνικού του εξιμπισιονισμού. Στον ορίζοντα αυτής της τεχνικότητας, το παιγνίδι δεν γίνεται μεταξύ των ταυτοτήτων, στο πεδίο δηλαδή της διαφοράς, αλλά στην υπερβολή των σημείων. Ο άλλος εκθέτει πάνω του όλα τα κουμπιά των ερεθισμών μου. Μια «φουσκωτή» ύπαρξη, όπως οι κούκλες των sex shops, που αναλαμβάνουν αδιάφορα κάθε φορά το ρόλο τους. Το ζητούμενο εδώ είναι η άμεση, καθαρή απόλαυση πέρα από κάθε εμπόδιο «διαφοράς». Γίνομαι ότι κάθε φορά θέλεις. Τα υποκείμενα έτσι της πορνογραφίας είναι καθαρές μεταλλάξεις, «σαρκικά εκτοπλάσματα», διαθέσιμα ενός λόγου, του πορνογραφικού λόγου, που διαρκώς αρέσκεται στη διαστροφή, αλλά όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο Baudrillard, πότε στην εκτροπή. Μια ακαριαία, «διασεξουαλική», τεχνική απόλαυση που αντικειμενοποιεί αυτή την αύρα του πόθου, όπως μια άλλη τεχνικότητα ακύρωσε κάποτε αντικειμενοποιώντας την αύρα του έργου τέχνης. Η φυσικοποιημένη έκφραση μιας καθαρής ηδονής αποχωρισμένης όμως από τον ψυχικό της ορίζοντα. Μια εκτεχνίκευση που ανήκει εξ ολοκλήρου στην «οικονομία» του Καπιταλισμού. Η εικονοποιία αυτή δεν μοιράζεται και πολλά με το φαντασιακό, γιατί το φαντασιακό καταναλώνει γρήγορα τις εικόνες του, ανήκει περισσότερο στη σφαίρα της τεχνικοποίησης, αυτού του τεχνοφαντασιακού που εδραιώνει και τη μαζική κουλτούρα της κατανάλωσης. Η πορνογραφία έτσι έχοντας χάσει τη διεγερτική της ικανότητα γίνεται σήμερα ένα ακόμη υπο-προϊόν της καταναλωτικής κοινωνίας, μια φενάκη που εκτρέπει τη συμπεριφορική της δράση σεξουαλικοποιώντας, όχι την επιθυμία, αλλά αυτό το ίδιο το καταναλωτικό όργιο. Η ηδονή πρέπει να ρέει και να κατακλύζει τα πάντα όπως το κεφάλαιο. Το πορνογραφικό έτσι σώμα γίνεται ο τόπος ενός λιβιδινικού κεφαλαίου προσηλωμένου στην αναπαραγωγή και διασπορά του, στην αλήθεια ενός λόγου, του σεξουαλικού λόγου, που, όπως κάθε λόγος, θέλει να πει κι αυτός «την τελευταία λέξη της ιστορίας». Η ακραία έτσι σεξουαλική φαντασίωση είναι αυτή του διασεξουαλικού τραβεστί, μια μορφική διαθεσιμότητα που ονοματίζει τη σεξουαλική, πορνογραφική, διάχυση. Ο τραβεστί είναι κάτι παραπάνω από μια ανδρόγυνη μορφή, από μια γυναικωτή παρένδυση, είναι η διαθεσιμότητα όλων των πρακτικών, ένα αξεπέραστο εμπορικό status. Μια αμφισημία που εγκαταλείπει το σώμα και τον πόθο του σ' αυτή την τεχνουργία των σημείων, στην εικονική τους διαθεσιμότητα. Το υποκείμενο έτσι δεν εκτρέπεται στη γοητεία του άλλου, αλλά ανταποκρίνεται μηχανικά στο look που τον ερεθίζει, σε μια εμπορική ταυτότητα, στο ελάχιστο αλλά ικανό ίχνος μια σεξουαλικής εν τέλει «αδιαφορίας». Ο Τραβεστί με όλη αυτή την υπερβολή του στο σεξουαλικό παιγνίδι, γίνεται η απόλυτη ενσάρκωση αυτής της σκηνής, η παντοκρατορία των σημείων της, ο τόπος μιας αληθινής σαγήνης, πέραν κάθε φύλλου, πέραν κι αυτού του ίδιου ακόμη του σεξουαλικού. Είναι αυτό το κατεξοχήν σώμα της αποπλάνησης, η τελειότητα του παιγνιδιού, η υπερβολή και η διαθεσιμότητα όλων των σημείων.
Η σύγχυση μεταξύ ερωτικής και σεξουαλικής χειρονομίας είναι κι αυτή που επέβαλε και τη πορνογραφική σκέψη. Το ερωτικό συμβάν είναι το αδιανόητο ενός οργασμικού «Εμείς». Ένα «Εμείς», αδύνατο για τον Lacan, που εγγράφει όμως το ερωτικό υποκείμενο στον ορίζοντα του «Εσύ», στη σκηνή της επιθυμίας και απεύθυνσης του, στην «αλήθεια του Δύο», (Badiou). Μια χειρονομία όμως «που συντίθεται από πολυάριθμα μη-σεξουαλικά στοιχεία», (Flusser). Ο έρωτας όμως δεν είναι η μηχανικότητα μιας σωματικής κίνησης όσο αυτή η ολική απώλεια του συνειδητού. Ο Άλλος αποδομεί το «Εγώ» μου, τον πυρήνα όλων μου των δυνατοτήτων, γίνεται το σύμπτωμα της κατάδικής μου μοναξιάς, το ίχνος της μοναδικής μου εξορίας.. Υπάρχει λοιπόν αυτή η σκηνή του άλλου, ο «τόπος του Άλλου», η απόσταση του, το πλησίασμα και η απομάκρυνση του. Το πρόβλημα του Άλλου, με αυτό το κεφαλαίο Α της ετερότητας του, είναι κι αυτό το πραγματικό που μου εγείρει, η ίδια η ερωτική μου πραγματικότητα, η ουδέποτε επαληθεύσιμη και μηδέποτε αντικειμενοποιήσιμη. Μια χειρονομία που θα ανθίσταται πάντοτε στην ταυτοποίηση της, στο θετικισμό της κάθε διαλεκτικής. Ο Flusser το λέει πολύ όμορφα: «Η ερωτική χειρονομία δεν είναι ένα «κάνω» αλλά ένα «αφήνομαι». Δεν κάνουμε έρωτα όπως κάνουμε σεξ: αφήνουμε τον εαυτό μας να κάνει έρωτα. Η αγγλική γλώσσα το εκφράζει καλύτερα από την γαλλική: πέφτουμε στον έρωτα, fall in love. Αφήνουμε τον εαυτό μας να πέσει. Δεν γίνεται να θέλουμε να κάνουμε έρωτα, αλλά πρέπει να θέλουμε να μην θέλουμε προκειμένου να μπορέσουμε να το κάνουμε». Η γλώσσα γίνεται και πάλι εδώ το όχημα της έλξης και της έξης του Άλλου, ο μοναδικός τόπος και τρόπος της απόλαυσης του. Οι ψυχικές του εγγραφές γίνονται και οι τόποι της μυστικής του μετουσίωσης, της αδιάλειπτης ανάκλησής του. Ενώ το σεξουαλικό θα ναι πάντα το γλωσσικό ατύχημα που θα εκτρέπει την απόλαυση στο πειρασμό της πραγμοποιημένης της εμπειρίας. Η σεξουαλικοποίηση έτσι δεν είναι παρά αυτή η ατυχής αντικειμενοποίηση του έρωτα, η εκπραγμάτιση του, αυτό το ανίσχυρο, μηδενικό του ίχνος. Ένα ίχνος απόλυτα παραδομένο στην αναπαράσταση του, στη φαντασματική του μορφή. Και είναι γι αυτόν ακριβώς το λόγο που στερεί κι απ' το ερωτικό υποκείμενο την ύπαρξη του, που τ' αφήνει εκτεθειμένο στην έλξη του Άλλου. Μια ανεκπλήρωτη ύπαρξη, εγκαταλελειμμένη στη συνείδηση της, στην αυτοαναπαράσταση της, όταν η γλώσσα θα ναι πάντα για τον άνθρωπο αυτό και μόνο: η γλώσσα του Άλλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: