Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2018

Εκδοχές του κήπου / Τα δημώδη

Το The Symptom Projects πραγματοποιεί για ένατη συνεχόμενη χρονιά στην πόλη της Άμφισσας το εκθεσιακό του πρόγραμμα: Την Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018 θα πραγματοποιηθούν τα εγκαίνια της έκθεσης “Τα δημώδη” σε επιμέλεια του Αποστόλη Αρτινού και μια μέρα μετά, το Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου τα εγκαίνια της ομαδικής έκθεσης “Εκδοχές του κήπου”, σε επιμέλεια της Φαίης Ζήκα και του Νίκου Παπαδόπουλου.



the symptom #9
“Εκδοχές του κήπου: από έξω μέσα και από μέσα έξω”
Επιμέλεια: Φαίη Ζήκα και Νίκος Παπαδόπουλος
Παραγωγή: The Symptom Projects
Παλαιό Νοσοκομείο Άμφισσας, κήποι, αυλές και δημόσιοι χώροι στην Άμφισσα
Εγκαίνια: Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2018, 19.00 – 23.00
Διάρκεια έκθεσης: 15 - 30 Σεπτεμβρίου 2018
Ώρες λειτουργίας: καθημερινά 18.00 - 22.00

«Από τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας έως σήμερα, ο κήπος δηλώνει ένα τοπίο κατασκευασμένο από τον άνθρωπο, μια γλυπτική σύνθεση αποτελούμενη από φυσικά στοιχεία, στην οποία ο άνθρωπος/ κηπουρός αποφασίζει πώς θα τα τοποθετήσει και θα τα καλλιεργήσει. Η πράξη αυτή λαμβάνει χώρα πάντα σ’ ένα προστατευμένο περιβάλλον, αντανακλώντας τις νοοτροπίες και τη φιλοσοφία του δημιουργού σε μια ορισμένη εποχή. Σε μια τέτοια «άλλη» εποχή ο περσικός κήπος αναπαραστάθηκε δισδιάστατα στο περσικό χαλί, απεικονίζοντας τον κήπο της Εδέμ. Ο «δικός» μας παράδεισος προέρχεται, επίσης, από την περσική λέξη pairi-daeza που σημαίνει περίκλειστος. Η έννοια της καλλιέργειας δεν αφορά μόνο τη γη, αλλά και το πνεύμα. Καθόλου τυχαία, ο λατινογενής όρος για τον πολιτισμό –η «κουλτούρα»- έχει τις ρίζες του στην καλλιέργεια της γης.
Ο κήπος μπορεί να μεταφερθεί στο εσωτερικό του οίκου ως χαλί, ταπετσαρία, πίνακας, άνθη σε βάζο. Όσο για το περσικό χαλί, με την εξαίσια φυτική διακόσμηση, μπορεί να μεταμορφωθεί σε μαγικό ιπτάμενο χαλί που θα μας μεταφέρει εκτός του οίκου, πάνω από τον τοίχο, και θα μας επιτρέψει να περιπλανηθούμε ανά τον κόσμο, φέροντας μαζί μας την οικειότητα του δικού μας κήπου, του δικού μας πολιτισμού.
Οι καλλιτέχνες του the symptom #9 καλούνται να προσεγγίσουν τον κήπο με σύγχρονο τρόπο. Το «έξω», δηλαδή ο κήπος, θα παρουσιαστεί ως ένα «μέσα» και οι καλλιτέχνες, με βάση την ιδέα του χαλιού, θα δημιουργήσουν έργα που θα παρουσιαστούν στο παλαιό νοσοκομείο της Άμφισσας. Από την άλλη, έργα που παραδοσιακά εκτίθενται «εντός των τειχών» θα παρουσιαστούν σε αυλές, κήπους και πάρκα της πόλης της Άμφισσας. Έτσι για πρώτη φορά το Symptom Project θα ανοιχθεί σε όλη την πόλη, δίνοντας στους κατοίκους και τους επισκέπτες τη δυνατότητα μιας νέας θέασης και συνάντησης με πολλά από τα εκθέματα μέσα στον ιστό της καθημερινής τους ζωής.»

Φαίη Ζήκα και Νίκος Παπαδόπουλος                       


Συμμετέχοντες: Ιάνθη Αγγελίογλου, Αλέξανδρος Αλεκίδης, Άρτεμις Βασιλοπούλου, Πέννυ Γκέκα, Γιώργος Γυπαράκης, Μάρθα Δημητροπούλου, Θεόδωρος Ζαφειρόπουλος, Γιάννης Θεοδωρόπουλος, Λίζη Καλλιγά, Εύη Καλογηροπούλου, Χρήστος Καλόγηρος, Ξανθή Κωστορρίζου, Άννα Λάσκαρη, Ανδρέας Λυμπεράτος, Δέσποινα Μεϊμάρογλου, Μάρω Μιχαλακάκου, Πέτρος Μπάτσιαρης, Ράνια Μπέλλου, Νατάσα Μπιζά, Κρίστι Μπουτσάι, Ελένη Μυλωνά, Κατερίνα Παπαζήση, Τερέζα Παπαμιχάλη, Ρένα Παπασπύρου, Ευτύχης Πατσουράκης, Βασίλης Παφίλης, Γιώργος Σκυλογιάννης, Φανή Σοφολόγη, Έφη Σπύρου, Πρόδρομος Χαραλαμπίδης, Πάνος Χαραλάμπους, Espantapajaros project (Νίκος Τρανός και Νίκος Γκίκας)



“Τα δημώδη”
Επιμέλεια: Αποστόλης Αρτινός
Παραγωγή: The Symptom Projects
Οικία Πανουργιά, Άμφισσα.
Εγκαίνια: Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018, 20.00- 22.00
Διάρκεια έκθεσης: 14 - 30 Σεπτεμβρίου 2018.
Ώρες λειτουργίας: καθημερινά 18.00 - 22.00

«Εν αρχή ην ο λόγος, ο προφορικός λόγος. Μια αφήγηση που περνά από στόμα σε στόμα, οι εκδοχές της, η διασπορά της. Ένα παλίμψηστο λόγου που διατρέχει πολλές πνοές κι αποθησαυρίζεται σ’ ένα αιθέριο πεδίο. Μια αφήγηση που συγκροτεί τον αφηγηματικό της πυρήνα και διασύρει τα σημεία του. Μια φασματική κειμενικότητα που αναδύεται στην πραγματικότητα των εκφορών της, αυτό το «από στόμα σε στόμα», και που διαγράφεται ως μια αλύσωση πάθους. Ο δημώδης λόγος δεν ανιχνεύεται στην αρχαιολογία των υπογραφών του, σε μοναδικές πηγές εκφοράς, μια τέτοια μοναδικότητα δεν υφίσταται στη δημώδη παράδοση, αλλά στην ευρύτητα των ακροάσεών του, στην ανταπόκρισή του. Είτε έχουμε να κάνουμε με το παραμύθι, είτε με το δημοτικό τραγούδι, αυτό εν τέλει που συγκροτεί το είναι αυτών των αφηγήσεων, τη διάδοση και διάσωσή τους, είναι αυτή η επιτελεστικότητα της επιθυμίας του άλλου…»

Αποστόλης Αρτινός

Συμμετέχοντες: Δημήτρης Αμελαδιώτης, Μαρίνα Βελησιώτη, Φοίβη Γιαννίση, Λυδία Δαμπασίνα, Βασίλης Ζωγράφος, Κωνσταντίνος Λαδιανός, Θεοδώρα Μαλάμου, Βιργινία Μαστρογιαννάκη, Ειρήνη Μπαχλιτζανάκη, Απόστολος Ντελάκος, Μυρτώ Ξανθοπούλου, Νίκος Παπαδημητρίου, Ιορδάνης Παπαδόπουλος, Βάσω Πλαβού, Χαρά Πιπερίδου, Νάνα Σαχίνη, Χριστίνα Σγουρομύτη, Μάρω Φασουλή, Μάριος Χατζηπροκοπίου, Διονύσης Χριστοφιλογιάννης.

Κείμενα καταλόγου: Αποστόλης Αρτινός, Μαριεύη Μαστοράκη, Παντελής Μπουκάλας, Γιώργος Τζιρτζιλάκης.

Την ημέρα των εγκαινίων θα πραγματοποιηθούν μια σειρά επιτελεστικών δράσεων πάνω στο δημώδη λόγο:

Στη performance «Ο Νεκρός Αδελφός», ο Δημήτρης Αμελαδιώτης, διασκευάζει την γνωστή δημώδη παραλλαγή ''Του Νεκρού Αδελφού'', που μιλά για την ομορφιά της ζωής. Ποικίλοι φωνητικοί και ρυθμικοί αυτοσχεδιασμοί θα προβλέψουν σε συγκινησιακές φορτίσεις και θα υμνήσουν την πηγαία αυτή σοφία της ζωής που γνωρίζει πως να γιορτάζει τις πίκρες και τις χαρές. H performance τελετουργείται συνοδείας πλέγματος που φέρει μεταλλικά και ξύλινα στοιχειά με τις ηχητικές τους επεμβάσεις.

Στο «Wind – chase via cyclical movement», η Χαράς Πιπερίδου, ανασύρει στίχους του Εκκλησιαστή (αιρετικού βιβλίου της Εβραϊκής Βίβλου και της χριστιανικής Παλαιάς Διαθήκης), μεταφράζοντάς τους σε έναν “συρφετό” κινήσεων με τελετουργική χροιά. Επαναλαμβανόμενες ενέργειες και αυτοσχεδιαστικοί και μη ήχοι αντηχούν την καθημερινότητα και εισέρχονται σε ένα δίκτυο συμβολισμού ερμηνεύοντας την υπαρξιακή και οντολογική σύνθεση και επιχειρώντας μία προσέγγιση της μυστικής δομής της ανθρώπινης μοίρας.

«Το τραγούδι της Ζωγραφούς» του Μάριου Χατζηπροκοπίου βρέθηκε σε ένα ανέκδοτο χειρόγραφο του Νικολάου Γ. Πολίτη (1850-1921) μαζί με άλλες είκοσι τρεις αποκηρυγμένες «εκλογές από τα τραγούδια του ελληνικού λαού»: δημοτικά τραγούδια που εγείρουν ζητήματα ομοερωτικής επιθυμίας και πένθους και τα οποία ο πατέρας της ελληνικής Λαογραφίας είχε επιχειρήσει να αποσιωπήσει. Σε πείσμα του πατέρα, ο αποκληρωμένος του γιος Alexandro Jorge de Carvalho de Polites (1901-1996) μετέφρασε και διέδωσε τα άσματα του χειρογράφου ανά την υφήλιο. Οι περιπέτειες της Ζωγραφούς ακούγονται εδώ σε αντίστιξη με ένα από τα ποιήματα του ίδιου του Alexandro, φέρνοντας σε διάλογο το αρχείο του πατέρα με το αρχείο του γιου. Απόσπασμα: «Λουφάζει ο Γιάννος στα βυζά, σαν λαβωμένο αγρίμι/ κι η Ζωγραφού, η Παναγιά, στην αγκαλιά τον σφίγγει/ Πώς έν’ που τα νιογέννητα γλυκό χορταίνουν γάλα;/ έτσι κι ο Γιάννος βύζαινε του υγιού του το συχώριο».

Επίσης το Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου και ώρα 19.00, θα πραγματοποιηθούν στο χώρο της οικίας Πανουργιά δυο ακόμη επιτελεστικά δρώμενα. Μια αφήγηση του έργου «Μαρία Πενταγιώτισσα» από τη Νάντια Γιώτη. Ένα αφηγηματικό ταξίδι στο χρόνο, σε πεζό κι έμμετρο λόγο, που ακολουθεί τη μοίρα αυτής της τόσο γνωστής μα, στην πραγματικότητα, και τόσο άγνωστης μορφής μέσα από μια σύγχρονη ματιά. Και μια θεατρικοποιημένη εκδοχή του Ερωτόκριτου όπου το λογοτεχνικό έργο του Βιτσέντζου Κορνάρου θα ζωντανέψει μέσα από κίνηση και μουσικά ηχοχρώματα, μεταφέροντας μας σε σκηνές που κυριαρχεί ο έρωτας, η αγάπη, ο φόβος, η απώλεια, ο χωρισμός, η χαρά, όλες εκείνες οι στιγμές και τα συναισθήματα που πλαισιώνουν τη ζωή. Καλλιτεχνική επιμέλεια: Ελένη Ιντέρνου, Ελένη Νάκου, Ευαγγελία Τσονάκα. Παραγωγή: Ομάδα Μουσικού Θεάτρου Ωδείου Άμφισσας. Παίζουν: Μιχάλης Αναγνώστου, Βαλεντίνα Ζώτου, Ελένη Ιντέρνου, Αγάθη Κουλελή, Παναγιώτης Κουτονιάς, Γιώργος Νάκος, Ελένη Νάκου, Αντριάνα Οικονόμου, Ευαγγελία Τσονάκα.



ΗΜΕΡΙΔΑ
“Εκδοχές του κήπου”
Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, Άμφισσα.
Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2018, 10.00- 14.00

Εικαστικές προσεγγίσεις του κήπου
Ανίνα Βαλκανά, επιμελήτρια, Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

Επιμελητικές προσεγγίσεις του κήπου
Ειρήνη Λεοντακιανάκου, ιστορικός τέχνης, Λέκτορας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου

H σκιά του κήπου
Παντελής Χανδρής, εικαστικός, Αναπλ. Καθηγητής, Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών

Flora Filopappou: In situ / Ex situ
Νίκος Παπαδόπουλος, εικαστικός

Το πάρκο ως κοινωνικο-πολιτική εστία
Μαρίνα Μαροπούλου, Ανθρωπολόγος Δικαίου, Νομική Σχολή, Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η θεραπεία του κήπου
Γεωργία  Μέντζα, ιστορικός τέχνης

Ο κήπος ως διεπαφή μεταξύ ανθρώπου και φύσης
Φαίη Ζήκα, Αναπλ. Καθηγήτρια Φιλοσοφίας και Θεωρίας της Τέχνης, Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών


Περισσότερες πληροφορίες:
http://the-symptom-projects.blogspot.com

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2018

«Παρακοή, παράταιρό μου ταίρι...»


Επιμέλεια: Γιώργος Σκυλογιάννης
Συμμετέχοντες καλλιτέχνες : Δημήτρης Αμελαδιώτης, Γιώργος Γεροντίδης, Χριστίνα Ιωάννου και Γιάννης Κοτινόπουλος.
Άμφισσα, Χάρμαινα, εργαστήρι Γιώργου Σκυλογιάννη.
Διάρκεια έκθεσης:13 – 30 Σεπτεμβρίου
Εγκαίνια: Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου στις 8 μ.μ.

Διαβάζοντας ο καθένας μας ξεχωριστά και όλοι μαζί τα βιβλία του Γιάννη Μακριδάκη θα ήταν αδύνατο να μείνουμε ανεπηρέαστοι. Την άνοιξη του ’18 αποφασίσαμε να μαζέψουμε τις σκέψεις μας πάνω σε αυτή τη δουλειά και να τις μεταφέρουμε σε μία συνάντησή μας στην Άμφισσα, στον συναρπαστικό χώρο του Γιώργου Σκυλογιάννη. Ο στόχος δεν ήταν ξεκάθαρος αλλά η ανάγκη ήταν συγκεκριμένη: να παρουσιάσουμε ο καθένας κάτι δικό του, προσωπικό, επηρεασμένο από την ανάγνωση των ηρώων και των ιστοριών του Μακριδάκη. Η έκθεση «-Παρακοή, παράταιρό μου ταίρι...» είναι το αποτέλεσμα αυτής της ανάγκης. Η πρόθεση μας δεν ήταν να δημιουργήσουμε μια συνέχεια ή ένα συν-εργό των βιβλίων του αλλά να δείξουμε την έμπνευση που αποκτήσαμε με αφορμή την ανάγνωση του. Κάποια έργα μπορεί να φαίνονται άμεσα συνδεδεμένα με τις ιστορίες του, και κάποια άλλα όχι, κάτι που αφήνουμε στην κρίση των επισκεπτών να το αποφασίσουν.


Δημήτρης Αμελαδιώτης


Γιώργος Γεροντίδης


Χριστίνα Ιωάννου


Γιάννης Κοτινόπουλος


“Εκδοχές του κήπου: από έξω μέσα και από μέσα έξω”



the symptom 09
“Εκδοχές του κήπου: από έξω μέσα και από μέσα έξω”
Επιμέλεια: Φαίη Ζήκα και Νίκος Παπαδόπουλος
Παραγωγή: The Symptom Projects
Παλαιό Νοσοκομείο Άμφισσας, κήποι, αυλές και δημόσιοι χώροι στην Άμφισσα
Εγκαίνια: Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2018, 20.00 – 23.00
Διάρκεια έκθεσης: 15 - 30 Σεπτεμβρίου 2018
Ώρες λειτουργίας: καθημερινά 18.00 - 22.00

«Από τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας έως σήμερα, ο κήπος δηλώνει ένα τοπίο κατασκευασμένο από τον άνθρωπο, μια γλυπτική σύνθεση αποτελούμενη από φυσικά στοιχεία, στην οποία ο άνθρωπος/ κηπουρός αποφασίζει πώς θα τα τοποθετήσει και θα τα καλλιεργήσει. Η πράξη αυτή λαμβάνει χώρα πάντα σ’ ένα προστατευμένο περιβάλλον, αντανακλώντας τις νοοτροπίες και τη φιλοσοφία του δημιουργού σε μια ορισμένη εποχή. Σε μια τέτοια «άλλη» εποχή ο περσικός κήπος αναπαραστάθηκε δισδιάστατα στο περσικό χαλί, απεικονίζοντας τον κήπο της Εδέμ. Ο «δικός» μας παράδεισος προέρχεται, επίσης, από την περσική λέξη pairi-daeza που σημαίνει περίκλειστος. Η έννοια της καλλιέργειας δεν αφορά μόνο τη γη, αλλά και το πνεύμα. Καθόλου τυχαία, ο λατινογενής όρος για τον πολιτισμό –η «κουλτούρα»- έχει τις ρίζες του στην καλλιέργεια της γης.
Ο κήπος μπορεί να μεταφερθεί στο εσωτερικό του οίκου ως χαλί, ταπετσαρία, πίνακας, άνθη σε βάζο. Όσο για το περσικό χαλί, με την εξαίσια φυτική διακόσμηση, μπορεί να μεταμορφωθεί σε μαγικό ιπτάμενο χαλί που θα μας μεταφέρει εκτός του οίκου, πάνω από τον τοίχο, και θα μας επιτρέψει να περιπλανηθούμε ανά τον κόσμο, φέροντας μαζί μας την οικειότητα του δικού μας κήπου, του δικού μας πολιτισμού.
Οι καλλιτέχνες της έκθεσης καλούνται να προσεγγίσουν τον κήπο με σύγχρονο τρόπο. Το «έξω», δηλαδή ο κήπος, θα παρουσιαστεί ως ένα «μέσα» και οι καλλιτέχνες, με βάση την ιδέα του χαλιού, θα δημιουργήσουν έργα που θα παρουσιαστούν στο παλαιό νοσοκομείο της Άμφισσας. Από την άλλη, τα έργα που παραδοσιακά εκτίθενται «εντός των τειχών» θα παρουσιαστούν σε αυλές, κήπους και πάρκα της πόλης της Άμφισσας. Έτσι για πρώτη φορά το Symptom Project θα ανοιχθεί σε όλη την πόλη, δίνοντας στους κατοίκους και τους επισκέπτες τη δυνατότητα μιας νέας θέασης και συνάντησης με πολλά από τα εκθέματα μέσα στον ιστό της καθημερινής τους ζωής.»

Φαίη Ζήκα και Νίκος Παπαδόπουλος 
                      
Συμμετέχοντες: Ιάνθη Αγγελίογλου, Αλέξανδρος Αλεκίδης, Άρτεμις Βασιλοπούλου, Πέννυ Γκέκα, Γιώργος Γυπαράκης, Μάρθα Δημητροπούλου, Θεόδωρος Ζαφειρόπουλος, Γιάννης Θεοδωρόπουλος, Λίζη Καλλιγά, Εύη Καλογηροπούλου, Χρήστος Καλόγηρος, Ξανθή Κοστορρίζου, Άννα Λάσκαρη, Ανδρέας Λυμπεράτος, Δέσποινα Μεϊμάρογλου, Μάρω Μιχαλακάκου, Πέτρος Μπάτσιαρης, Ράνια Μπέλλου, Νατάσα Μπιζά, Κρίστι Μπουτσάι, Ελένη Μυλωνά, Κατερίνα Παπαζήση, Τερέζα Παπαμιχάλη, Ρένα Παπασπύρου, Ευτύχης Πατσουράκης, Βασίλης Παφίλης, Γιώργος Σκυλογιάννης, Φανή Σοφολόγη, Έφη Σπύρου, Πρόδρομος Χαραλαμπίδης, Πάνος Χαραλάμπους, Espantapajaros project (Νίκος Τρανός και Νίκος Γκίκας)

ΗΜΕΡΙΔΑ
“Εκδοχές του κήπου”
Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, Άμφισσα.
Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2018, 10.00- 14.00

Εικαστικές προσεγγίσεις του κήπου
Ανίνα Βαλκανά, επιμελήτρια, Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

Επιμελητικές προσεγγίσεις του κήπου
Ειρήνη Λεοντακιανάκου, ιστορικός τέχνης, Λέκτορας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Οι σκιά του κήπου
Παντελής Χανδρής, εικαστικός, Αναπλ. Καθηγητής, Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών

Flora Filopappou: In situ / Ex situ
Νίκος Παπαδόπουλος, εικαστικός

Το πάρκο ως κοινωνικο-πολιτική εστία
Μαρίνα Μαροπούλου, Ανθρωπολόγος Δικαίου, Νομική Σχολή, Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η θεραπεία του κήπου
Γεωργία  Μέντζα, ιστορικός τέχνης

Ο κήπος ως διεπαφή μεταξύ ανθρώπου και φύσης
Φαίη Ζήκα, Αναπλ. Καθηγήτρια Φιλοσοφίας και Θεωρίας της Τέχνης, Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2018

Τα δημώδη




«Τα δημώδη»
Επιμέλεια: Αποστόλης Αρτινός
Παραγωγή: The Symptom Projects
Οικεία Πανουργιά, Άμφισσα.  
Εγκαίνια: Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018, 20.00
Διάρκεια έκθεσης:14 - 30 Σεπτεμβρίου, 2018.
Ώρες λειτουργίας: καθημερινά 18.00 - 22.00    
                    
«Εν αρχή ην ο λόγος, ο προφορικός λόγος. Μια αφήγηση που περνά από στόμα σε στόμα, οι εκδοχές της, η διασπορά της. Ένα παλίμψηστο λόγου που διατρέχει πολλές πνοές κι αποθησαυρίζεται σ’ ένα αιθέριο πεδίο. Μια αφήγηση που συγκροτεί τον αφηγηματικό της πυρήνα και διασύρει τα σημεία του. Μια φασματική κειμενικότητα που αναδύεται στην πραγματικότητα των εκφορών της, αυτό το «από στόμα σε στόμα», και που διαγράφεται ως μια αλύσωση πάθους. Ο δημώδης λόγος δεν ανιχνεύεται στην αρχαιολογία των υπογραφών του, σε μοναδικές πηγές εκφοράς, μια τέτοια μοναδικότητα δεν υφίσταται στη δημώδη παράδοση, αλλά στην ευρύτητα των ακροάσεών του, στην ανταπόκρισή του. Είτε έχουμε να κάνουμε με το παραμύθι, είτε με το δημοτικό τραγούδι, αυτό εν τέλει που συγκροτεί το είναι αυτών των αφηγήσεων, τη διάδοση και διάσωσή τους, είναι αυτή η επιτελεστικότητα της επιθυμίας του άλλου…»
Αποστόλης Αρτινός

Συμμετέχοντες καλλιτέχνες
Δημήτρης Αμελαδιώτης, Μαρίνα Βελησιώτη, Φοίβη Γιαννίση, Λυδία Δαμπασίνα, Βασίλης Ζωγράφος, Κωνσταντίνος Λαδιανός, Θεοδώρα Μαλάμου, Βιργινία Μαστρογιαννάκη, Ειρήνη Μπαχλιτζανάκη, Απόστολος Ντελάκος, Μυρτώ Ξανθοπούλου, Νίκος Παπαδημητρίου, Ιορδάνης Παπαδόπουλος, Βάσω Πλαβού, Χαρά Πιπερίδου, Νάνα Σαχίνη, Χριστίνα Σγουρομύτη, Μάρω Φασουλή, Μάριος Χατζηπροκοπίου, Διονύσης Χριστοφιλογιάννης.
           
Κείμενα καταλόγου: Αποστόλης Αρτινός, Μαριεύη Μαστοράκη, Παντελής Μπουκάλας, Γιώργος Τζιρτζιλάκης.

Την ημέρα των εγκαινίων θα πραγματοποιηθούν μια σειρά επιτελεστικών δράσεων πάνω στο δημώδη λόγο:

Στη performance «Ο Νεκρός Αδελφός», ο Δημήτρης Αμελαδιώτης, διασκευάζει την γνωστή δημώδη παραλλαγή ''Του Νεκρού Αδελφού'', που μιλά για την ομορφιά της ζωής. Ποικίλοι φωνητικοί και ρυθμικοί αυτοσχεδιασμοί θα προβλέψουν σε συγκινησιακές φορτίσεις και θα υμνήσουν την πηγαία αυτή σοφία της ζωής που γνωρίζει πως να γιορτάζει τις πίκρες και τις χαρές. H performance τελετουργείται συνοδείας πλέγματος που φέρει μεταλλικά και ξύλινα στοιχειά με τις ηχητικές τους επεμβάσεις.

Στο «Wind – chase via cyclical movement», η Χαράς Πιπερίδου, ανασύρει στίχους του Εκκλησιαστή (αιρετικού βιβλίου της Εβραϊκής Βίβλου και της χριστιανικής Παλαιάς Διαθήκης), μεταφράζοντάς τους σε έναν “συρφετό” κινήσεων με τελετουργική χροιά. Επαναλαμβανόμενες ενέργειες και αυτοσχεδιαστικοί και μη ήχοι αντηχούν την καθημερινότητα και εισέρχονται σε ένα δίκτυο συμβολισμού ερμηνεύοντας την υπαρξιακή και οντολογική σύνθεση και επιχειρώντας μία προσέγγιση της μυστικής δομής της ανθρώπινης μοίρας.

Στην «Κοινωνία / Μέλος Ι», της Βιργινίας Μαστρογιαννάκη, πουλάκια, δένδρα και σφαχτά έχουν συχνά φωνή και λόγο στο παραδοσιακό τραγούδι. Το Κοινωνία / Μέλος Ι βασίζεται σε σ' ένα τέτοιο, πλάθοντάς το με στιχουργικές προσθήκες στο ύφος και το ρυθμό του πρωτότυπου. Αποτελεί μια απόπειρα επέκτασής του. Βασίζεται σε τραγούδι της Ανατολικής Θράκης που φτάνει πάντα ενεργό τελετουργικά στις μέρες μας..  
 
«Το τραγούδι της Ζωγραφούς» του Μάριου Χατζηπροκοπίου βρέθηκε σε ένα ανέκδοτο χειρόγραφο του Νικολάου Γ. Πολίτη (1850-1921) μαζί με άλλες είκοσι τρεις αποκηρυγμένες «εκλογές από τα τραγούδια του ελληνικού λαού»: δημοτικά τραγούδια που εγείρουν ζητήματα ομοερωτικής επιθυμίας και πένθους και τα οποία ο πατέρας της ελληνικής Λαογραφίας είχε επιχειρήσει να αποσιωπήσει. Σε πείσμα του πατέρα, ο αποκληρωμένος του γιος Alexandro Jorge de Carvalho de Polites (1901-1996) μετέφρασε και διέδωσε τα άσματα του χειρογράφου ανά την υφήλιο. Οι περιπέτειες της Ζωγραφούς ακούγονται εδώ σε αντίστιξη με ένα από τα ποιήματα του ίδιου του Alexandro, φέρνοντας σε διάλογο το αρχείο του πατέρα με το αρχείο του γιου. Απόσπασμα: «Λουφάζει ο Γιάννος στα βυζά, σαν λαβωμένο αγρίμι/ κι η Ζωγραφού, η Παναγιά, στην αγκαλιά τον σφίγγει/ Πώς έν’ που τα νιογέννητα γλυκό χορταίνουν γάλα;/ έτσι κι ο Γιάννος βύζαινε του υγιού του το συχώριο».

Επίσης το Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου και ώρα 19.00, θα πραγματοποιηθούν στο χώρο της οικίας Πανουργιά δυο ακόμη επιτελεστικά δρώμενα. Μια αφήγηση του έργου «Μαρία Πενταγιώτισσα» από τη Νάντια Γιώτη. Ένα αφηγηματικό ταξίδι στο χρόνο, σε πεζό κι έμμετρο λόγο, που ακολουθεί τη μοίρα αυτής της τόσο γνωστής μα, στην πραγματικότητα, και τόσο άγνωστης μορφής μέσα από μια σύγχρονη ματιά. Και μια θεατρικοποιημένη εκδοχή του Ερωτόκριτου όπου το λογοτεχνικό έργο του Βιτσέντζου Κορνάρου θα ζωντανέψει μέσα από κίνηση και μουσικά ηχοχρώματα, μεταφέροντας μας σε σκηνές που κυριαρχεί ο έρωτας, η αγάπη, ο φόβος, η απώλεια, ο χωρισμός, η χαρά, όλες εκείνες οι στιγμές και τα συναισθήματα που πλαισιώνουν τη ζωή. Καλλιτεχνική επιμέλεια: Ελένη Ιντέρνου, Ελένη Νάκου, Ευαγγελία Τσονάκα. Παραγωγή: Ομάδα Μουσικού Θεάτρου Ωδείου Άμφισσας. Παίζουν: Μιχάλης Αναγνώστου, Βαλεντίνα Ζώτου, Ελένη Ιντέρνου, Αγάθη Κουλελή, Παναγιώτης Κουτονιάς, Γιώργος Νάκος, Ελένη Νάκου, Αντριάνα Οικονόμου, Ευαγγελία Τσονάκα.

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2018

Το ασυνείδητο του δάσους


Για μια νέα σχέση με τη λαϊκή παράδοση

Του Γιώργου Τζιρτζιλάκη



Σχόλια στο έργο του Θανάση Τότσικα

1. Τα τελευταία χρόνια, οι σχέσεις μας με το περιβάλλον και την παράδοση απέκτησαν μια απρόσμενη αναταραχή. Το ζήτημα είναι εξαιρετικά ευρύ οπότε θα επιμείνω εδώ τοπικά, εστιάζοντας στο έργο του Θανάση Τότσικα. Επαναφέρω στη μνήμη σας το τρίπτυχο αινιγματικό έργο με το οποίο ο Λαρισαίος καλλιτέχνης συμμετείχε στην έκθεση Outlook το 2003, προκαλώντας ένα δυσανάλογο σκάνδαλο και κουτοπόνηρη χλεύη. Το παρεξηγημένο αυτό έργο φαντάζει ενοχλητικό, ακόμη και σ’ εκείνους που εκτιμούν τον καλλιτέχνη. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που κάνουν ερεθιστική την ενασχόληση μας μαζί του.
Ποιος ήταν, λοιπόν, ο λόγος της συγκεκριμένης επιλογής του καλλιτέχνη να «συνουσιάζεται με τους καρπούς» (καρπούζι); Κι ακόμη, μπορούμε να αναγνωρίσουμε σ’ αυτό ένα είδος λαογραφικού φαντασιακού∙ δηλαδή, ορισμένα ίχνη των συγκρούσεων της ενορμητικότητας και κάποιες ακρωτηριασμένες σημασίες των υπονοούμενων της γονιμότητας, της σοδιάς, την αμήχανη ακρόαση της συγκομιδής -που εμπλέκονταν με κάτι παγανιστικό και συχνά ερωτικό; Ο φιλόλογος Μιχάλης Κοπιδάκης αναφέρει διάφορες «άσεμνες» πρακτικές «ομοιπαθητικής μαγείας», τους «φαλλοφόρους» και τα «ευετηριακά δρώμενα» (Κατ' αγρούς Διονύσια, Στήνια, Θεσμοφόρια, Αλώα κ.ά.) όπου «η «λατρεία του φαλλού, ως συμβόλου της γονιμότητας, αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος των γονιμικών τελετών, που αποσκοπούσαν στη διασφάλιση της ευκαρπίας και της ευγονίας...Τα άσματα των νέων φαλλοφόρων, που είναι ως είδος έκφρασης και Διονύσου αρχαιότερα, φαιδρύνουν τις γονιμικές γιορτές, διακηρύσσοντας πως όσο ο φαλλός, ο συνεργός πάσης γενέσεως, σφριγά, δεν έχει ο θάνατος τον τελευταίο λόγο»
Υποθέτω ότι οι περισσότεροι έχουμε ακούσει παρόμοιες «απολίτιστες» αφηγήσεις από ανθρώπους της υπαίθρου να συνοδεύουν τη ζωή και την καθημερινή  μυθολογία απομονωμένων, ως επί το πλείστον, περιοχών της ελληνικής επικράτειας. Όπως κι αν έχει, ο Τότσικας μας θυμίζει ότι δίπλα σ’ αυτό που οι περισσότεροι σήμερα περιγράφουν εξιδανικευτικά ως «αγνό» και «αθώο» πολιτισμό της υπαίθρου και στη νοσταλγία των «αμόλυντων» δεσμών με τη γη, υπάρχει η κατώτερη, άξεστη, άγραφη και απωθημένη κουλτούρα των περιθωριοποιημένων και αποδιοπομπαίων, η οποία αντλεί από το λαϊκό καρναβάλι, τις ευτελείς λειτουργίες, τις δεισιδαιμονίες, τα διονυσιακά υπολείμματα και τις παγανιστικές επιβιώσεις.
Πρόκειται για μια κουλτούρα του σώματος, της κραιπάλης, της παράβασης, της ασέβειας, της αφροδίσιας ευδαιμονίας, της κατάλυσης των κατεστημένων μορφών και της εγκατάλειψης στη ζωώδη χαρά που εξορκίζει το φόβο και το θάνατο. 
Δεν προτείνω την ανάγνωση του έργου με αποκλειστικά ψυχαναλυτικούς ή εθνογραφικούς όρους, ανατρέχοντας στην ερμηνευτική υπόδειξη του Hal Foster: Ο καλλιτέχνης ως εθνογράφος, που στην περίπτωση αυτή θα υφίστατο μια μικρή τροποποίηση, σε «εθνογράφος του απωθημένου.» Περισσότερο, νομίζω, ότι στον Τότσικα ξαναβρίσκουμε τον χιασμό -και την επιθυμία- ανάμεσα στο δάσος και την πόλη-έδαφος.1 Αν οι κορυφές του σχήματος εναλλάσσονται, κατά περίπτωση, εναλλάσσονται και τα αποτελέσματα.
Απ’ ότι φαίνεται, οι δεσμοί του Τότσικα με το πολιτιστικό και ανθρωπολογικό του περιβάλλον είναι σταθεροί. Τα δύο μείζονα χαρακτηριστικά που συστήνουν το έργο του είναι το συγκεκριμένο φυσικό τοπίο της Θεσσαλίας και το, κατά περίπτωση, φαντασιακό αντικείμενο του καλλιτέχνη. Το περιβάλλον παράδοξης κατοίκησης με τον αφιερωματικό τίτλο Για τη Σύλβια Πλαθ (1982) είναι ένα από αυτά. Το 1983 παρουσιάζει έναν κυριολεκτικό «εκτοπισμό», ή αν θέλετε μια κατοικήσιμη εγκατάσταση «non site», μεταφέροντας στην Αθήνα αυτούσια δείγματα του θεσσαλικού κάμπου: Στο Δελτίο Τύπου του «Δεσμού» αναφέρονται επί λέξη τα εξής: «Στο έργο αυτό συνυπάρχουν καλάμια, μαύρο πανί, κύστες ζώων, ένα κέρατο, φλογέρες ζωγραφισμένες, χόρτα, χώμα και κλαδιά που ήρθαν με φορτηγό από τη Θεσσαλία, μαλλιά προβάτου, κομμάτια από σπασμένο καθρέφτη, δέρματα ζώων, παλαιολιθικές πέτρες, εργαλεία, μαχαίρια και ένας βάτραχος κρεμασμένος σ’ ένα σπάγκο.» 
Μια φράση του Claude Levi Strauss θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως συνεκτικό ερμηνευτικό πλαίσιο αυτών των εγκαταστάσεων: «Η σύνδεση του ωμού με το ψημένο χαρακτηρίζει τη μετάβαση στον πολιτισμό, η σύνδεση του ωμού με το σάπιο την επιστροφή στη φύση.»
Ακολουθούν οι υποβλητικοί πειραματισμοί με το μυστήριο της φωτιάς («Επίκεντρο», 1989) και του φωτός (Artificial Nature, 1990), για να περάσουμε στην καρδιά του δάσους με μια σειρά φωτογραφιών στον Κίσαβο και ένα video στο οποίο ο καλλιτέχνης διασχίζει με τρακτέρ τις δασώδης πλαγιές του βουνού (1990). Στις αυτοφωτογραφήσεις με το αυτοκίνητο του και στον κύκλο Τότσικας-Ducati (1997) ο Τότσικας διασχίζει on the road το φυσικό τοπίο, διεκδικώντας τη μεταφυσική «ενότητα μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου.» Ένα είδος φετιχισμού είναι εδώ αναγνωρίσιμο, επενδύοντας στη μηχανή, είτε αυτή είναι μοτοσικλέτα, είτε αυτοκίνητο, με μια πρόσθετη αξία που τη καθιστά «μηχανή επιθυμίας.» Η συμμετοχή του στην IX Documenta του Κάσελ (1992) έχει ήδη επιβεβαιώσει μια τέτοια προοπτική για να φθάσει στο τρίπτυχο έργο του Outlook (2003) και στο βίντεο με το οποίο ο ίδιος ο καλλιτέχνης ιππεύει στην πλάτη του Αλβανού συνεργάτη του στο δάσος του Πολυδενδρίου, στο Μαυροβούνι, όπου βρίσκεται και το κτήμα του. Αξίζει να αντιπαραβάλουμε τη δράση των δύο άνδρών που πρωταγωνιστούν σ’ αυτό το βίντεο, με το Δύο άνδρες θεώνται το φεγγάρι (1819) του Caspar David Friedrich, όπου ο νεαρός ζωγράφος Johann August Heinrich, μαθητής του Friedrich, ακουμπά απαλά στην πλάτη του δασκάλου του. Μια τέτοια σύγκριση μπορεί να αποδειχθεί ενδεικτική των μεταβολών. 
Τα δύο αυτά τελευταία έργα του Μαυροβουνίου εμπεριέχουν ορισμένα στοιχεία διαστροφής και μια ειρωνεία που πιθανόν αντλεί από τις μεταμορφώσεις του σκανδαλώδους γέλιου στην παράδοση του Καραγκιόζη και των απωθημένων δοξασιών και των παρορμήσεων της αγροτικής ζωής. Βρίσκονται, δηλαδή, σε μια ζώνη υπερβολής, στη ζώνη ενός λαϊκού και άξεστου ευδαιμονισμού που καταργεί τις καθιερωμένες μορφές και αντιπαρατίθεται υποχρεωτικά στην περιοχή της εργασίας, της παραγωγής υλικών και πνευματικών αγαθών, αλλά και του σχεδιασμού.

2. Στο ίδιο πλαίσιο ο Τότσικας επιλέγει το 2007 να συμμετάσχει στην 1η Biennale της Αθήνας μ’ ένα βίντεο το οποίο εγείρει πάλι συζητήσεις και ποικιλόμορφα σχόλια. Το βίντεο απεικονίζει σε επαναλαμβανόμενη λούπα τον καλλιτέχνη να κάνει εμετό στο δάσος του Μαυροβουνίου με τη συνοδεία του σχετικού βογκητού που προκαλεί η απότομη συστολή του διαφράγματος και η σκλήρυνση των κοιλιακών μυών. Απέναντι σ’ ένα τέτοιο έργο οι συνειρμοί που μπορεί να κάνει κανείς είναι πoλλαπλοί. Υπάρχει, εντούτοις, ένας εικονογραφικός συσχετισμός που μετατοπίζει δραστικά τον ορίζοντα υποδοχής και γι’ αυτό δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητος. Εννοώ εδώ δύο φωτογραφίες, που εντάσσονται στο πολιτιστικό περιβάλλον του George Bataille και του περιοδικού Documents. Πιο συγκεκριμένα, η φωτογραφία Χωρίς τίτλο (Sans titre) του Jacques-André Boiffard (1930) και την Αφισοκολλήστε τα ποιήματά σας/ αφισοκολλήστε τις εικόνες σας (Affichez vos poemes, affichez vos images) του Raul Ubac (1935).
Αναφέρω μερικά κατατοπιστικά στοιχεία των δύο αυτών φωτογραφιών. Η πρώτη φωτογραφία εικονογραφεί το λήμμα «Στόμα» (Bouche) στο 5ο τεύχος του Documents που ο Michel Leiris έχει περιγράψει με τον πιο παράδοξο τρόπο: την ίδια στιγμή που το στόμα θεωρείτε η έδρα του λόγου και του στοχασμού αποτελεί προνομιούχο τόπο του πτύελου. Από το στόμα μιλάμε, τρώμε, φιλάμε, δαγκώνουμε, μεταλαμβάνουμε και φτύνουμε. Αν, λοιπόν, το φτύσιμο –όπως και ο εμετός στη περίπτωση του Τότσικα- ενοχλεί είναι επειδή «ταπεινώνει το στόμα», που για τους περισσότερους αποτελεί ορατό σημάδι της ευφυΐας, «στον ιστό των πιο αισχρών οργάνων»: Ο Leiris συνοψίζει ως εξής τη διπλή αυτή λειτουργία του στόματος: «Κάθε φιλοσοφικός λόγος, χάρη στο γεγονός ότι η γλώσσα και το πτύελο έχουν την ίδια προέλευση, μπορεί να αναπαρασταθεί από την ανακόλουθη εικόνα ενός ρήτορα που φτύνει.»
Στη δεύτερη φωτογραφία του Ubac στη θέση της γλώσσας βλέπουμε ένα κομμάτι συκώτι το οποίο κρέμεται με αποκρουστικό τρόπο έξω από το στόμα, δίνοντας την αίσθηση μιας κομμένης γλώσσας. «Οι δύο φωτογραφίες παρουσιάζουν μια εκπληκτική ομοιότητα» στη «μεταστροφή του άξονα λήψης από την κάθετη στην οριζόντια θέση, με αποτέλεσμα την εντύπωση της “πτώσης” (bassesse7 στο μη ανθρώπινο. Μια τέτοια ριζική μετατόπιση βρίσκεται στον αντίποδα των ιδεαλιστικής εξύψωσης, υποβιβάζει (déclasser) τις ιεραρχίες, μεταμορφώνει την ολότητα του σώματος στο «επιμέρους σώμα», το Υψηλό (την Gestalt) στο χαμηλό (σεξουαλικό όργανο, σάλιο, εμετός), το ανθρώπινο στο ζωώδες και μας εισάγει στο «άμορφο» και σ’ έναν κατώτερο υλισμό (bas materialisme).
Πρόκειται για ορισμένες θεμελιακές έννοιες του Bataille και προγραμματικό εγχείρημα των Documents που επαναξιολογούν μια σειρά αγνοημένα πεδία και δεν περιορίζονται στην επικράτεια του αισθητικού. Η λαογραφία, η εθνογραφία και οι ανθρωπολογία είναι από τους πρώτους κλάδους που εκδήλωσαν ένα τέτοιο ενδιαφέρον, μετατρέποντας τη λαϊκή παράδοση, τους απόκρυφους λαϊκούς μύθους, τα κατώτερα παγανιστικά κατάλοιπα και τις απωθημένες τελετουργίες σε εργαλεία ανοικείωσης και αναθεώρησης της ιστορίας του πολιτισμού. Η εξήγηση τους, βέβαια, θα απαιτούσε περισσότερο χρόνο. Γι αυτό συνοψίζω αναγκαστικά: Ο Bataille αντιπαραθέτει τον άξονα στόμα-μάτι, που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο πρόσωπο, στον άξονα στόμα-πρωκτός που χαρακτηρίζει το ζώο.
Τι σχέση μπορεί να έχει μ’ όλα αυτά το βίντεο του Τότσικα; Σε προφορική συζήτηση που είχα μαζί του πριν από καιρό αναφέρθηκε με τον ιδιαίτερο συγκοπτόμενο και επιγραμματικό του τρόπο σε τρεις έννοιες-κλειδιά: στην «αηδία», στο «κοινωνικό σχόλιο» και στον «άνθρωπο-ζώο». Το γεγονός αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να επιχειρήσουμε έναν συσχετισμό με τον πυρήνα της ενοχλητικής αποβολής του γαστρικού περιεχομένου, όπως την περιγράφει ο Bataille  στην εισαγωγή της έκδοσης του 1956 της Μαντάμ Εντουαρντά: «Η θέα αίματος, η μυρωδιά του εμετού, διεγείρουν μέσα μας τη φρίκη του θανάτου, μας φέρνουν μερικές φορές σε κατάσταση ναυτίας που μας αγγίζει μ’ έναν τρόπο πολύ πιο άτεγκτο απ’ ό,τι η οδύνη. Δεν τις αντέχουμε αυτές τις συγκινήσεις, οι οποίες συνδέονται με τον ύψιστο ίλιγγο».

3. Ωστόσο, αν το έργο, του Τότσικα αντιπροσωπεύει την κατεύθυνση του «ωμού» –προς το «σάπιο» (επιστροφή στη φύση), υπάρχει και το έργο καλλιτεχνών – όπως, για παράδειγμα, ο περιβόητος Κήπος (1991-92) του Paul McCarthy, που πρωτοπαρουσιάστηκε στην Αθήνα το 1992, στα πλαίσια της έκθεσης Post Human – που τείνει στην αντίστροφη κατεύθυνση: «στη σύνδεση του ωμού με το ψημένο», η οποία χαρακτηρίζει τη μετάβαση στον πολιτισμό». Απέναντι σ’ ένα τέτοιο δίλημμα παλινωδούμε συνεχώς, βρισκόμενοι συχνά σε μια ζώνη μη απόφασης, σ’ ένα παρατεταμένο δισταγμό. Από εδώ αντλεί η ανάγκη αναθεώρησης των αντιλήψεων που διαθέτουμε για την λαϊκή παράδοση –την οποία επιμένω να συνδέω σε χιασμό με την πόλη-έδαφος. Δεν θα δίσταζα να θέσω το αίτημα ακόμη και της επανεφεύρεσής τους, ανατρέχοντας στη δρώσα πραγματικότητα και στην ωμή, κι ενίοτε άξεστη, «πραγματογνωσία», που δεν αποκλείει την ανθρωπολογία του απωθημένου.
Ξέρω, μερικοί προτιμούν μια άλλη ορολογία και μια διαφορετική προσέγγιση: αειφόρος ανάπτυξη, υβριδοποίηση, προστασία, τεχνολογικός εκσυγχρονισμός κ,ά., προσδίδοντας σχεδόν παραληρηματικό τόνο στο παλιό άγχος της συμφιλίωσης του πολιτισμού με τη φύση. Οι αναφορές στη φύση πολλαπλασιάζονται σαν μια ηθικοποιημένη εικονογραφία που παραπέμπει σε μια παραδείσια συνθήκη αθωότητας, αγνότητας, ανώδυνης τέρψης και ευτυχίας, δηλαδή σε έννοιες και σύμβολα που είναι ήδη διαταραγμένα και διαρρηγμένα.
Την ίδια επιφύλαξη θα διατηρούσα απέναντι σε όρους όπως «αισθητική του goth και του γκροτέσκου». Γιατί, λοιπόν, να μην επανεξετάσουμε τον τρόπο του Τότσικα; Δηλαδή, να υποβιβάσουμε (déclasser) το βλέμμα μας εκεί που βρίσκεται το «άεργο πάθος», ο «κατώτερος υλισμός», τα πρωτόλεια θραύσματα μιας μη ανθρωποκεντρικής προσέγγισης και το λαογραφικό φαντασιακό∙ να απομαγεύσουμε τον «υπερανθρωπισμό» που ακρωτηριάζει τις εμπειρίες μας και βρίσκεται στη βάση της Τεχνικής όσο και του περιβαλλοντισμού.
Αν στους Δύο άνδρες που θεώνται το φεγγάρι -του Caspar David Friedrich- επιβεβαιώνεται ο κάθετος άξονας της εξύψωσης στις εκλεπτυσμένες μορφές και στις ιδεαλιστικές αφαιρέσεις, στα έργα του Τότσικα υπερισχύει η αρχή της οριζοντιότητας, δηλαδή η έκπτωση και η καθίζηση σ’ ένα είδος «κατώτερου υλισμού». Μπορεί οι περισσότερες από τις σύγχρονες πολιτιστικές πρακτικές να τείνουν στο «φρέσκο» και το «ψημένο», ενυπάρχει όμως σ’ αυτές κάτι που διατηρεί την επαφή τους με το «ωμό» και το «σάπιο». Ιδού που έγκειται, κατά τη γνώμη μου, το μετέωρο σημείο αφετηρίας που μας κατατρύχει ακόμη σήμερα.

* Το κείμενο αυτό αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης εισήγησης στην ημερίδα «Το τρομερό και το ανοίκειο στη σύγχρονη τέχνη και τη λαϊκή παράδοση», Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Θεσσαλονίκη, 2009. Δημοσιεύτηκε με τον γενικό τίτλο «Το ασυνείδητο του δάσους. Για μια νέα σχέση με τη λαϊκή παράδοση» στον κατάλογο της έκθεσης Το όμορφο δεν είναι παρά η αρχή του τρομερού, επιμ. Α. Καλφόπουλος, Θεσσαλονίκη 2009.

1. Από τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα το δάσος αντικατέστησε την αστική καθετότητα του εγκαταλελειμμένου Πύργου. Εφεξής τo δάσος είναι εκείνο που ενσαρκώνει την οριζόντια διασπορά της μεγαλούπολης: Η απουσία σαφών ορίων, ο χαώδης χαρακτήρας, η επεκτασιμότητα, οι σκοτεινές ζώνες, το νόημα του απείρου, ο πολυμορφισμός, η αίγλη του άγνωστου κτλ. αναδεικνύουν το δάσος σε βασίλειο του άμορφου. Έτσι η πόλη γίνεται η κατεξοχήν αλληγορία και το νοητό υποκατάστατο του δάσους. Ο Walter Benjamin περιέγραψε έξοχα με τέτοια μεταβολή που γοήτευσε τη νεωτερικότητα. Βλ. σχ. «Τίαργκάρντεν», στο Τα παιδικά χρόνια στο Βερολίνο το χίλια εννιακόσια (1950), μτφρ. Ι. Αβραμίδου, Αθήνα 2005, σ. 14.


Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Η σκηνή του παραμυθιού


Του Αποστόλη Αρτινού



Εν αρχή ην ο λόγος, ο προφορικός λόγος. Μια αφήγηση που περνά από στόμα σε στόμα, οι εκδοχές της, η διασπορά της. Ένα παλίμψηστο λόγου που διατρέχει πολλές πνοές κι αποθησαυρίζεται σ’ ένα αιθέριο πεδίο. Μια αφήγηση που συγκροτεί τον αφηγηματικό της πυρήνα και διασύρει τα σημεία του. Μια φασματική κειμενικότητα που αναδύεται στην πραγματικότητα των εκφορών της, αυτό το «από στόμα σε στόμα», και που διαγράφεται ως μια αλύσωση πάθους. Ο δημώδης λόγος δεν ανιχνεύεται στην αρχαιολογία των υπογραφών του, σε μοναδικές πηγές εκφοράς, μια τέτοια μοναδικότητα δεν υφίσταται στη δημώδη παράδοση, αλλά στην ευρύτητα των ακροάσεών του, στην ανταπόκρισή του. Είτε έχουμε να κάνουμε με το παραμύθι, είτε με το δημοτικό τραγούδι, αυτό εν τέλει που συγκροτεί το είναι αυτών των αφηγήσεων, τη διάδοση και διάσωσή τους, είναι αυτή η επιτελεστικότητα της επιθυμίας του άλλου.

Το παραμύθι αληθεύει μια τάξη του κόσμου. Καθιερώνει μια κλίμακα όπου στοιχίζονται, διακριτά, όλα τα πλάσματα της αφήγησης. Από τη μια τα λαμπυρίζοντα πρόσωπα και απ’ την άλλη ένας μικρόκοσμος από νάνους, ζητιάνους, κι άσχημες γριές μάγισσες, που γίνονται αυτό το σκουρόχρωμο φόντο της ομορφιάς. Πλάσματα ενός σκοτεινού κόσμου που ξετρυπώνουν απ’ την αφάνειά τους και ελίσσονται. Κουτοπόνηροι, πειραχτήρια και χαζούληδες. Ένα θαμπό γένος που διαπλέκει την ιστορία χωρίς να καταφέρνει όμως και να διαστρέψει το αίσιο τέλος της. Είναι πλάσματα του αρνητικού, αλλά όχι εωσφορικά. Απ’ το παραμύθι απουσιάζει η απολυτότητα του ιερού. Οι ήρωες του είναι απλώς figures. Ούτε ερωτεύονται ολοκληρωτικά, αλλά ούτε και δαιμονίζονται πραγματικά. Διαγράφουν απλώς τους χαρακτήρες τους, ιχνογραφούνται. Πλάσματα μιας διπλής καταγωγής: κοσμικής και υπερκόσμιας, του πάνω και του κάτω κόσμου, όπου ανήκουνε και δεν ανήκουν, κινούμενα σ’ αυτό το μεσοδιάστημα όπου κι ενεργούν. Μορφές μιας άγνωστης, μακρινής χώρας, ή ενός απομακρυσμένου παλατιού, σαν τον Πύργο του Κάφκα. Σκιές που εκδηλώνονται στις μεταμορφώσεις τους, στη σκοτεινή σαγήνη των από-καλύψεών τους. Ακόμη και στις πιο γήινες και καθημερινές τους διακρίσεις, μια σκοτεινή λάμψη τα κυβερνά. Ένα επέκεινα που διαπλάθει και τη χρήση του κόσμου τους και τον ορίζοντα της προσδοκίας τους. Μαγικές επιδράσεις που συγκλονίζουν το Είναι τους και διαστρέφουν το πεπρωμένο τους. Η σελήνη, τ’ άστρα, τα θροΐσματα, οι δράκοι και τα μαγικά φίλτρα, οι απαστράπτουσες ομορφιές, όλα κάτι μεταδίδουν κι όλα κάτι απολύουν. Μετωνυμίες που συγκροτούν και τον εσώτατο πυρήνα του κόσμου, την άχρονη διάρκειά του. Μία απρόσβλητη εικόνα που όμως δεν ησυχάζει. Η σκηνή του παραμυθιού είναι η σκηνή ενός αποκαλυψιακού οράματος. Μια κοσμική λογοδιάρροια, όπου όλα μιλούν και τίποτε δεν λένε. Κομίζουν μόνο σαγήνη, απόκοσμες λάμψεις, όχι νόημα. Οι δράκοι του είναι χάρτινοι, αλλά οι ομορφιές, ομορφιές.

Το παραμύθι λέει το ειπωμένο ξανά και ξανά. Στη διάρκειά της εκφοράς του, αυτό που επανέρχεται είναι κι αυτό που δίνει χώρο και χάρη στην αφήγηση. Μια επαναληψιμότητα που διαθέτει την εμπειρία του λόγου και το κράτημα της αναπνοής του. Ένα πήγαινε-έλα, αυτό το πήγαινε-έλα του κύματος, που ρυθμοποιεί τις απαγγελίες μας και τις ψυχικές μας αντιδράσεις. Η αφήγηση του παραμυθιού δεν έχει τη γραμμικότητα της κειμενικής παράδοσης, αλλά τη κυκλικότητα της ζωής. Μια πρακτική που φέρει κάτι κι απ’ το μαγικό λόγο. Την επιτελεστικότητά του, καθώς κινεί τη ζωή, τη μαγεύει και την εγκαταλείπει στη σαγήνη του. Μια συμβολική γλώσσα που από-καλύπτει και το κρυπτογραφημένο της νόημα. Γιατί αυτό που επανέρχεται είναι κι αυτό που διασώθηκε, αυτό που φέρει το στίγμα, τη μαρτυρία της μυθολογικής του καταγωγής, μαζί και τη μέριμνα της μυθολόγησής του. Το πεπρωμένο του ανθρώπου είναι το πεπρωμένο των λέξεων του. Ένα Όλον, που συναρμόζει το λόγο με την φύση και εκθέτει την εμπειρία του. Οι αφηγητές και ακροατές του παραμυθιού είναι εξοικειωμένοι σ’ αυτόν τον τύπο αφήγησης, γι αυτό και το ενδιαφέρον τους δεν είναι τόσο στο περιεχόμενό του, όσο στην παραστατικότητα της εκφοράς του. Το ηχόχρωμα της φωνής, οι συνοδευτικές χειρονομίες, οι μορφασμοί του προσώπου, ένας πρωτόλειος θεατρινισμός που επιστρατεύεται, για να παρασταθεί ο λόγος, για να αναλάβει η φωνή την υλικότητά της, την ολιστική της εμπειρία. Οι τεχνικές του παραμυθιού είναι τεχνικές εκδραμάτισης του λόγου, εξορκισμού κι υπαγόρευσης μιας απολεσμένης ενότητας. Αυτό το σώμα που εγκαταλείπεται στις εσωτερικές του αντηχήσεις. Σ’ έναν ορίζοντα που υπαγορεύει το σώμα και διαγράφει την οργανικότητα των μορφών του. Η σωματικότητα του λόγου είναι η πραγματικότητα της εκφοράς του, η ενσάρκωσή του στο χώρο του πραγματικού. Στην μεταστοιχείωσή του αυτή συνδράμει και μια ολόκληρη μαγική εργαλειοθήκη: κρύσταλλοι, βότανα, μαγικά σπαθιά, στοιχεία της φύσης, όλα που διανοίγουν έναν δρόμο, μια υπαρκτική δυνατότητα, αυτόν τον κήπο του φαντασιακού. Ο ψυχισμός διαγράφει έτσι και το ανάγλυφο ίχνος του, την πραγματικότητά του. Μια υπό-κειμενοποίηση που διαθέτει τον κόσμο στις εσχατιές της αλλότητάς του, στη μη εγκοσμιότητά του, στον ανεγγράψιμο, κατ ουσίαν, χαρακτήρα του. Το παραμύθι μιλά έτσι χωρίς να κατονομάζει. Ο κόσμος του δεν εξατομικεύεται. Η όρασή του είναι πάντα περιφερειακή, μια φευγαλέα εικόνα, αυτή η αχλή των πραγμάτων. Ο κόσμος σαν να ήταν ο κόσμος. Ένα απερίγραπτο θάμβος που μένει ακατανόμαστο στη κοσμική του σαγήνη: «σαν τ’ άστρα τ’ ουρανού». Λάμψεις, μόνο λάμψεις! Νερά που καθρεπτίζουν αυτό που μένει ανεικόνιστο, αμίλητο, μια καθαρή ομορφιά. Μια αναπαράσταση εξαρνημένη, αποσιωπημένη, αναπαράστατη, εν τέλει. Οι λέξεις του υποβάλλουν μια παραστατικότητα που δεν διασώζεται στις λεπτομέρειές της, αλλά στις αφηρημένες και γενικόλογες διατυπώσεις του. Λέξεις που στροβιλίζονται στη δίνη μιας αέναης τελετουργίας. Όπως το ψυχαναλυτικό Πράγμα που επανέρχεται, ξανά και ξανά, ολόφωτο, τόσο που δεν μπορείς να τ’ αντικρίσεις. Μόνον αυτό το αστραποβόλημά του, η ακαριαία του λάμψη, ό,τι μπορεί να εγγραφεί στο σκοτάδι. Ο κόσμος έτσι δε θωρείται, αλλά, όπως λέει ο Lessing, επιδρά, αφήνει τ’ αποτύπωμά του, σε μαγεύει, σε καθηλώνει στη σαγήνη του, σ’ εγκαταλείπει σ’ έναν άλλο χρόνο, σε μια κρύπτη του χρόνου, σ’ αυτή τη κρύπτη του παραμυθιού.

Η αφήγηση του παραμυθιού, όπως και κάθε αφήγηση, κάτι αποκαλύπτει και κάτι αποκρύπτει. Μια κρίσιμη περιοχή μένει πάντα ανεξερεύνητη. Που εδράζεται η μαγική καταγωγή των όντων του; Από που εκκινούν; Ποια η γενεαλογία τους; Η αφήγησή του είναι επίπεδη, όπως και οι λαϊκές ζωγραφιές. Δεν έχει βάθος, έχει όμως έντονες φωτοσκιάσεις και γι αυτό σαφήνεια. Το παραμύθι είναι εικόνα, η εσωτερικευμένη εικόνα της ακρόασής του. Μια εικόνα που προδίδει και την αλήθειά της. Δεν θέλει να διαυγάσει τα σκότη της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά να τα διασκεδάσει. Υπομνηματίζει την μυθική υπόσταση του κόσμου μας, το σκοτεινό πυρήνα της ανθρώπινης φύσης, και μέσω της συμβολικής γλώσσας, που παρέλαβε απ’ το μύθο, καταλύει όλη αυτή τη μυστική κοσμογονία στο μέτρο της ανθρωπινότητάς του. Εν τέλει «έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Αυτή η φιλανθρωπία του φαντασιακού. Η γλώσσα του παραμυθιού φέρει τα στίγματα του μυθικού λόγου, αλλά τα παζαρεύει όλα στο ανταλλακτήριο των μεταφυσικών αξιών. Είναι αυτή η έκπτωση του που το καθηλώνει αναπόδραστα και στην επιφάνεια της εικόνας του. Μια εικόνα που δεν είναι πλέον μία ομοίωση του Θείου, μια εικόνα του Απολύτου, όπως προείπαμε, αλλά το εκπτωτικό περιεχόμενο μιας διασαλευμένης φύσης, η πυρηνική της διάχυση. Αυτός ο διασαλευμένος πυρήνας του κόσμου που είναι και η μεταφυσική έδρα του παραμυθιού, ο τόπος της ενορατικής του διαύγειας. Μια περιδίνηση σ’ ένα μαγεμένο τοπίο, σ’ ένα αλλιώς είναι της γλώσσας. Η ποιητική αυτού του λόγου, δεν είναι άλλη απ’ τη μορφοποιητική ένταση των αναπαραστάσεών του. Μια φαντασιακή λειτουργία που μεταγγίζει μορφική απειρία στην πραγματικότητα των πεπερασμένων μορφών, αποδίδοντας την υλικότητά τους σ’ ένα υπεσχημένο και διευρυμένο ορίζοντα. Ο κόσμος αναλαμβάνει  έτσι την εσωτερικότητά του, μια εσωτερικότητα όμως απόλυτα συνδεδεμένη με το Έξω που την περιβάλλει και την διεγείρει. Μία αμφίπλευρη γνώση του κόσμου που ενοποιεί τον διασαλευμένο του ορίζοντα στις θαυμαστές του αποκαλύψεις και στις αισθητηριακές του συλλήψεις. Ένας παραμυθιακός λόγος που γίνεται κι ένας παραμυθητικός λόγος, καθώς υπομένει αυτές τις διακρίσεις και πραγματώνει την ενότητά τους. Η εμπειρία έτσι του κόσμου γίνεται ένα μυστικό βίωμα, ένα βίωμα γλωσσικό. Τα υποκείμενα αυτού του λόγου αναλαμβάνουν έτσι μοναδικές εμπειρίες κι αναλίσκονται. Είναι οι υπερβολικές τους χειρονομίες που διεγείρουν το φυσικό τους περίγυρο. Ένα είναι-μέσα-στον-κόσμο που παραστέκει στο λόγο, που παραλογίζεται, που εκτρέπεται σε σκιερά μονοπάτια, στη σκοτία της εκφοράς του, σε παραδειγματικές του καθηλώσεις μέσα στο λόγο του άλλου. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να βιωθεί ο κόσμος πέραν της αφήγησής του. Στο σπήλαιο των αντηχήσεων διαγράφονται και οι σκιές των πραγμάτων, οι αναδιπλασιασμοί τους. Κρύσταλλοι, μαγικοί καθρέπτες, δροσοσταλίδες, λιμναίες αντανακλάσεις, και χρυσός, πολύς χρυσός, όλα που συνηγορούν στην εκδίπλωση της εικόνας, στη καλειδοσκοπική της διάχυση. Ένα ατέρμονο που στοιχειώνει τον κόσμο μας και τον αποδίδει στη δόξα του. Ένας μυστικός αισθητικισμός που αντικατοπτρίζει κι αντικατοπτρίζεται στο βλέμμα του μαγεμένου, σ’ αυτή την επιτομή του παραμυθιού.

Ο ανθρωπολογικός τύπος του παραμυθιού είναι λοιπόν αυτός ο τύπος του μαγεμένου. Ένα αποσβολωμένο υποκείμενο, εγκαταλελειμμένο στο φασματικό περιβάλλον μιας ιλιγγιώδους κυκλοφορίας. Δαίμονες, στοιχειά, δράκοι, φαντάσματα, μάγισσες, εγείρουν απέναντι του μία σκηνή που δεν ησυχάζει. Μια βαλπούργεια νύχτα, γεμάτη φωνές. Ένας ακατανόητος κόσμος που επιβάλλεται, άμα τη εμφανίσει του, και εκθέτει ανίσχυρο τον ήρωα του στις δίνες των εκτροπών του. Ο ήρωας του παραμυθιού είναι συνήθως ένα μοναχικό, αποσυνάγωγο πλάσμα. Ένας παρεκκλίνων, που εξέρχεται του περιβάλλοντός του και περιπλανάται, αφήνεται, προκαλεί τις συγκινήσεις του. Έλκεται και μετέχει του Έξω, ακριβώς επειδή εγκαταλείπει το οικείο περιβάλλον, ή εκδιώκεται απ’ αυτό. Πέφτει στο κενό κι αφήνεται στη σαγήνη αυτού του κενού και στη διακινδύνευση που του επιβάλλει. Είναι το συμβάν της αναχώρησης, της εξόδου απ’ την οικεία μας γλώσσα και των απρόβλεπτων συναντήσεών μας. Συνήθως αποτυγχάνει, καθώς δοκιμάζεται στο περιβάλλον αυτής της ετερότητας, τα μάγια δεν λύνονται εύκολα, αλλά έχει ήδη υπερβεί τα όρια του. Καθίσταται έτσι ένα ενδιάμεσο αντικείμενο, αντιμέτωπος με δύο ασύμβατες μεταξύ τους εσωτερικότητες, την δική του και της εξωτερικότητάς του. Το πεπερασμένο της φυσικής του ύπαρξης, που διαρρηγνύεται σ’ αυτή την ανοικτότητα, αδυνατεί να ανασυγκροτηθεί σε μια νέα συνείδηση. Ένα αδιέξοδο που μόνο η γενναιοδωρία της αφήγησης μπορεί να ξεπεράσει. Η μοναξιά του μόνο, μέσα στο χρόνο αυτής της Νύχτας, η καθηλωτική, αχρονική στιγμή της μαγείας του. Αλλά εδώ και το παράδοξο του: αν και παραμένει ηττημένος, θεωρείται νικητής, δηλαδή μαγεμένος, κατακλυσμένος απ’ αυτή την απειρία της Νύχτας, ίδιος ο Φάουστ. Μια άφατη λοιπόν εμπειρία, αυτή η αδυναμία της γλώσσας.  

Λόγος, Μέλος, Χορός, τριάδα αχώριστη


Του Παντελή Μπουκάλα



Συνήθως το παραβλέπουμε, από προπέτεια ή αδαημοσύνη, πάντως η γνώση μας τόσο για τον αρχαίο ελληνικό βίο και πολιτισμό όσο και  για τον νεοελληνικό χρωστάει πάρα πολλά στους ξένους μελετητές. Για να σταθούμε στα ελληνικά δημοτικά τραγούδια, στον Γάλλο νεοελληνιστή Κλωντ Φωριέλ δεν οφείλουμε μόνο την πρώτη δημοσίευσή τους, στο Παρίσι, το 1824-1825, στην καρδιά της Επανάστασης, μια έκδοση που αναζωπύρωσε τον φιλελληνισμό και συγκίνησε την ευρωπαϊκή λογιοσύνη, όπως μαρτυρεί και η σχεδόν άμεση μετάφραση τραγουδιών σε διάφορες γλώσσες. Του οφείλουμε και όσα εξαιρετικώς ευφυή παρατηρεί στα «Προλεγόμενά» του, μελετώντας την ιστορική διαδρομή των τραγουδιών, τη γλώσσα τους, την ποιητική τους, τη στενότατη σχέση τους με τη ζωή των Νεοελλήνων, στις κορυφώσεις της: έρωτας, γάμος, μισεμός, πόλεμος, θάνατος.

Επί της ουσίας, τα τραγούδια αυτά είναι για τον Φωριέλ το ατράνταχτο πειστήριο πως οι Νεοέλληνες δεν είναι «φυλή τιποτένια, ξεπεσμένη σε σημείο που να αξίζει μόνο την περιφρόνηση, ή τη λύπηση των καλλιεργημένων ανθρώπων»,(1) όπως πίστευαν οι λόγιοι της Ευρώπης. «Οι Νεοέλληνες», γράφει, έχουν και «μια ποίηση λαϊκή με όλη τη σημασία της λέξης, άμεση και γνήσια έκφραση του εθνικού χαρακτήρα και του εθνικού πνεύματος». Αν μάλιστα, συνεχίζει, ήταν εφικτή η «πλήρης συλλογή» των δημοτικών τραγουδιών, θα ήταν «η αληθινή εθνική ιστορία της νεότερης Ελλάδας και ο πιο πιστός πίνακας των εθίμων των κατοίκων της». (2)

Με την έκδοση ενός corpus των δημοτικών μας τραγουδιών να παραμένει δυστυχώς στον χώρο της προσδοκίας και της ευχής, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι η πλήρης συγκέντρωσή τους δεν έχει κατορθωθεί, παρά τις εκατοντάδες πλέον συλλογές, επιπλεον δε η μουσική πολλών είναι άγνωστη, αφού η καταγραφή της δεν ήταν στις έγνοιες των πρώτων συλλογέων. Είμαστε επίσης βέβαιοι ότι δεν έχουν καταγραφεί όλα τα τραγούδια ανόθευτα, χωρίς να πειραχτεί η γλώσσα τους (που «ευπρεπίστηκε») ή και το περιεχόμενό τους, το οποίο κατά κάποιον τρόπο καθαρίστηκε, ώστε να είναι «εθνικώς ορθότερο».

Αυτό σημαίνει ότι οι αποφθεγματικές φράσεις του Νικολάου Πολίτη στον πρόλογο των Εκλογών από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, θα έπρεπε να προσεγγίζονται με περίσκεψη και να μη χρησιμοποιούνται σαν έμβλημα με ισχύ φυσικού νόμου. «Εξαίρετον αναντιρρήτως θέσιν μεταξύ των μνημείων του λόγου του ημετέρου λαού», γράφει ο Πολίτης, «κατέχουν τα τραγούδια· όχι μόνον ως ισχυρώς κινούντα την ψυχήν διά το απέριττον κάλλος, την αβίαστον απλότητα, την πρωτοτυπίαν και την φραστικήν δύναμιν και ενάργειαν, αλλά και ως ακριβέστερον παντός άλλου πνευματικού δημιουργήματος του λαού εμφαίνοντα τον ιδιάζοντα χαρακτήρα του έθνους. [...] εις τα τραγούδια και τας παραδόσεις ο εθνικός χαρακτήρ αποτυπώνεται ακραιφνής και ακίβδηλος». Και καταλήγει με την πεποίθηση σκέψη ότι «τα τραγούδια εγκατοπτρίζουν πιστώς και τελείως τον βίον και τα ήθη, τα συναισθήματα και την διανόησιν του ελληνικού λαού».(3)

Οπωσδήποτε, τα τραγούδια αποτελούν μαρτυρίες της συλλογικής νοοτροπίας. Είναι μνημεία λόγου και βίου. Για να λειτουργήσουν όμως σαν όσο το δυνατόν ακριβέστερο κάτοπτρο, για να αποκτήσει δηλαδή το πλήρες νόημά του το κρίσιμο ρήμα εγκατοπτρίζουν, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να καθαρίσουμε ορισμένα τμήματα του καθρέφτη, τα οποία με τον καιρό έχουν σκοτεινιάσει από τις νοθευτικές επιστρώσεις. Να προσπαθήσουμε επίσης να αποκαλύψουμε όσες φωνές των δημοτικών τραγουδιών αποσιωπήθηκαν μερικώς ή και πλήρως, επειδή αντέβαιναν στο δικαιωτικό εθνικό αυτοϊστόρημα, που πλάστηκε όταν πια η λαϊκή μούσα είχε πάψει να είναι εκθαμβωτικά δημιουργική.

            Έχουν πράγματι ένα εκθαμβωτικό γνώρισμα ή χάρισμα τα γεννήματα της ανώνυμης ποίησης: Συνιστούν γεγονότα σώματος και γεγονότα ψυχής· είναι σημεία βαθύτερα της γλώσσας. Κι έτσι όπως παντρεύουν αρμονικά ρυθμό και νόημα, μέλος και εικόνα, φωνή και σιωπή, δηλούμενο και υποδηλούμενο, αφηγηματικό και λυρικό, φυσικό και υπερφυσικό, επάνω τόπο και κάτω κόσμο, ακαριαίο και εκτενές, φύση και ανθρώπους, λογικό και απροσδόκητο, ομάδα και άτομο, σεμνό και προκλητικό, γενέθλιο και τελεσίδικο, κοινό και αλλόκοτο, σκωπτικό και φιλάνθρωπο, ζωηφόρο και πένθιμο, πραγματικό και υπερρεαλιστικό, αρχαιότατο και καινοτόμο· έτσι όπως φιλόξενα στεγάζουν μέσα τους έναν τρόπο να δει κανείς το παν άτμητο, και άτμητο να το γευτεί, αποκαθιστούν και την ενότητα πνεύματος του ακροατή τους, αλλά πια και του αναγνώστη τους, που του προσφέρουν έναν απίστευτο αποκαλυπτικό πλούτο.

            Τα δημοτικά τραγούδια, άκρως λιτά και σοφά οικονομημένα, ακόμη κι όταν αφηγούνται μια ιστορία που θα μπορούσε να συντεθεί σε πολύπρακτο δράμα, είναι πολύδυμα ποιήματα, όχι μονοφωνικά. Το απώτερο νόημά τους αντιστέκεται στην προφάνεια και δεν παραδίδεται στη μία και μοναδική ανάγνωση· απαιτεί τη σπουδή ως κοπιαστική μελέτη, όχι ως βιασύνη. Το μοιρολόι είναι και δοξαστικό. Το τραγούδι του γάμου δεν αρνείται τη θλίψη. Το ηρωικό είναι και πικρό. Το τραγούδι της ξενιτιάς είναι και κοινωνικό, με εντελώς σύγχρονους όρους, αλλά και ερωτικό.

            Δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί με σχετική έστω ακρίβεια ο αριθμός των δημοτικών μας τραγουδιών. Αυτό άλλωστε που ενδιαφέρει πρωτίστως είναι το πνεύμα τους: πνεύμα ελεύθερο, δίκαιο και τίμιο. Από τους Ευρωπαίους περιηγητές πάντως και τις εξιστορήσεις τους γνωρίζουμε ότι στους αιώνες της σκλαβιάς οι Έλληνες τραγουδούσαν αδιάκοπα, ιστορώντας με παρρησία κάθε πτυχή του συλλογικού και του ιδιωτικού βίου. Γράφει σχετικά ο Αλέξης Πολίτης: «Ο κόσμος δεν τραγουδούσε μονάχα στα πανηγύρια ή τις γιορτές, τραγουδούσε συνεχώς κι αναζητούσε, όσο γινόταν, την ευκαιρία να χορέψει. "Οι ΄Ελληνες", μας λέει ένας προσεκτικός παρατηρητής, από τους οξυνούστερους που πέρασαν από τον χώρο μας, ο εγγλέζος Γουίλιαμ Μάρτιν-Λικ, "κάνουν μπαλάντες και τραγούδια για όλα τα θέματα και για κάθε περίσταση"· έναν αιώνα νωρίτερα κάποιος άλλος ταξιδιώτης, πολύ συστηματικός επίσης, ο γάλλος Τουρνεφόρ, σημείωνε: "είναι αλήθεια ότι οι ΄Ελληνες δεν έχουν χάσει τελείως τη διάθεση για χωρατά ούτε τη ροπή προς τη σάτιρα, που σπινθηροβολούσε την εποχή των προγόνων τους. Κάθε μέρα συνθέτουν πολύ πνευματώδη τραγούδια". [...] Στα μέσα του 18ου αιώνα: "Χωρίς να ξέρουν ποιος είναι ο ΄Ομηρος, ο Ανακρέων, ο Θεόκριτος, διασκεδάζουν με ερωτικά τραγούδια, μπαλάντες και ποιμενικά. Τραγουδούν αδιάκοπα και χορεύουν» [Porter]· και στα χρόνια της Επανάστασης: «το τραγούδι και ο χορός γεμίζουν κάθε λεπτό που δεν τους απασχολούν οι εργασίες του σπιτιού" [Blaquières]».(4)

          Εύστροφη και επινοητική η γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών, καταρρίπτει τη δογματική αντιμετώπισή της ως φτωχής. Αλλά δεν είναι μόνο λέξεις τα δημοτικά τραγούδια. Είναι τριαδικά, τρισυπόστατα: Λόγος, Μέλος, Χορός. Είναι πλουτισμένα με τη μουσική τους και, τις περισσότερες φορές, έχουν τον χορό να τα ιστορεί, και να οδηγεί συχνά τα βήματά του αντίθετα προς το περιεχόμενο: πικρό το νόημα, αλλά ο χορός ανοίγει το σώμα, το αναπτύσσει μέσα στο πείσμα του και στην επιμονή του. Το σκυμμένο κεφάλι σηκώνεται, όσο το πόδι πατάει γερά στο χώμα, θαρρείς με τον τρόπο του Ανταίου, και κοιτάζει καταπρόσωπο ό,τι ονομάστηκε μοίρα. Αυτή είναι η μαγγανεία της δημοτικής ποίησης.


[1]  Claude Fauriel, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια, τόμ. Α΄: Η έκδοση του 1824-1825, εκδοτική επιμέλεια Αλέξης Πολίτης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999, σ. 17.
[2] Στο ίδιο, σ. 26.
[3] Ν. Γ. Πολίτης, Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, Τυπογραφείον «Εστία», Αθήνα 1914, σ. ε΄.
[4] Αλέξης Πολίτης, Το δημοτικό τραγούδι: Εποπτικές προσεγγίσεις - Περνώντας από την προφορική στη γραπτή παράδοση - Μικρά αναλυτικά, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2010, σ. 41-42. Τα χωρία που παραθέτει ο συγγραφέας προέρχονται κατά σειράν από τα εξής βιβλία: William Martin-Leake, Researches in Greece, Λονδίνο 1814. - Joseph Pitton de Tournefort, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους 1700-1702, μετάφραση - εισαγωγή Μάκης και Μυρτώ Απέργη, σχόλια Μάκης Απέργης - Ειρήνη Λυδάκη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003. - Sir James Porter, Observations sur la religion, les loix, le gouvernement et les moeurs de la Grèce, Νεσατέλ 1763. - Ed. Blaquières, Histoire de la révolution actuelle de la Grèce, Παρίσι και Λειψία 1825.