Τετάρτη 18 Μαΐου 2022

Τα αλογάκια της Ήρας

Του Θέμη Ραγιά 



   Σάββατο μεσημέρι φορώντας την γκρίζα στολή εξόδου των Αναβρύτων περίμενα τον πατέρα μου να με πάρει για Σαββατοκύριακο στο σπίτι, τότε η σχολική βδομάδα ήταν εξαήμερος όπως και η εργάσιμος, τον περίμενα με ανυπομονησία, προεξοφλώντας τις διασκεδάσεις που με περίμεναν, τουλάχιστον δύο φιλμ στον κινηματογράφο, τηλεόραση δεν υπήρχε, άφθονα περιοδικά, Μικρός Ήρωας, Κλασσικά Εικονογραφημένα, Μίκη Μάους και αστυνομικά και εφημερίδες, διάβασμα με το ραδιόφωνο να παίζει μουσική, και βέβαια μια στάση στον Ιππικό Όμιλο στον Παράδεισο, το μεγάλο μου κόλλημα. Οι μεγαλύτεροι μαθητές του γυμνασίου οι βαθμοφόροι είχαν το προνόμιο να κάνουν ιππασία, ερχόταν τα απογεύματα καβάλα στα άλογα, πανέμορφοι, από τον όμιλο ως το σχολείο μας, διασχίζοντας το Μαρούσι και το κτήμα Συγγρού, έφταναν έφιπποι εκεί που εμείς παίζαμε ένα βάρβαρο ομαδικό παιχνίδι το λέγαμε «Γερμανικό», ή κάναμε κηπουρική με φόρμα αγγαρείας, τσουγκράνες και καροτσάκια, ενασχολήσεις που φυσικά δεν διέπρεπα, ειδικά στην κηπουρική, αδιάφοροι ακόμα και όταν μας χάζευαν, σαν να επόπτευαν δούλους σε βαμβακοφυτείες (τότε μόλις είχα διαβάσει την «Καλύβα του Μπάρμπα-Θωμά»). Πόσο ήθελα να τους μοιάσω! Πόσο ήθελα να ήμουν μαζί τους!

    


   Δίπλα σχεδόν στον Όμιλο ήταν το εργαστήριο-έκθεση και σπίτι, αυτό το κατάλαβα τώρα, της Ήρας, η κάτοψη ήταν μονόχωρη σαν τα σπίτια στις Κυκλάδες, και δίπλα μια αποθήκη που στέγνωναν τα κεραμικά, τα ράφια του εκθετηρίου ήταν γεμάτα κεραμικά ζωάκια και ο υπέροχος κήπος του ήταν γεμάτος γατάκια. Τι ωραία γατάκια έπλαθε η Ήρα! Δεν υπήρχε βιτρίνα στην πρόσοψη, ούτε ταμπέλα, τίποτα δεν σε προετοίμαζε για όλα αυτά, ίσως κανένα κεραμικό εντοιχισμένο και πάλι δεν είμαι σίγουρος. Πως την γνώρισε ο πατέρας μου απορώ, τότε ο Παράδεισος ήταν γεμάτος με μικρά ξενοδοχεία για ραντεβού… Ήταν κομψή, πάντα καλοντυμένη, τότε όλοι ήταν καλοντυμένοι, οι γυναίκες από το πρωί με μεταξωτά και οι άντρες με κουστούμια, μόνο εγώ ήμουν χάλια με την γκρίζα στολή, με το κοντό παντελόνι, τα γόνατα γεμάτα χιονίστρες, αλειμμένα με βαζελίνη, και τα μαλλιά μου κακά κουρεμένα από τον κουρέα της Σχολής σαν ορφανό, ήμουν και ορφανός. Η Ήρα είχε πάντα φρέσκο κέικ και καλή διάθεση που την σκόρπιζε γύρω της, έτσι ξεκίναγε η έξοδος μου, με ένα κομμάτι κέικ κι ένα κομμάτι πηλό που τον έπλαθα κάνοντας τερατουργήματα και που τα έπαιρνα ψημένα όποτε την ξανά έβλεπα. 

   Πολλές φορές ήμουν τιμωρημένος με στέρηση εξόδου, ή κατέβαινα με το λεωφορείο της σχολής έως το Σύνταγμα, εκεί χάζευα τις βιτρίνες των καμπαρέ, στην Όθωνος, Φιλελλήνων, Νίκης, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία, με ένα πίνακα του Περικλή Πανταζή, μη το ξεχάσω ο κύριος Βρεττός που μας έκανε εικαστικά στο σχολείο δεν την εκτιμούσε καθόλου την Ήρα, χάλια ζωγράφος, δεν ξέρει τροχό μου έλεγε! Στο εργαστήριο της πήγα κάμποσες φορές τα τρία χρόνια που ήμουν εσωτερικός στην Σχολή Αναβρύτων, πάντα Σάββατο απόγευμα, την Κυριακή γυρίζαμε πάντα καθυστερημένοι. Τον πράσινο κήπο της, αυτόν θυμάμαι πάνω από όλα, ήταν ζούγκλα, είχα βλέπεις και το καημό μου, στο δικό μου δεν φύτρωνε τίποτα, ας αγόραζα σχεδόν κάθε εβδομάδα καινούργια φυντάνια, ακόμα και ο πατέρας μου με είχε βοηθήσει (που βρήκαμε τσάπα;) χωρίς αποτέλεσμα. Δεν έμεινε κανένα από τα κεραμικά μου, ούτε από τα κεραμικά της Ήρας που αγόραζε ο πατέρας, μετά από σαράντα χρόνια, βρήκα δύο δικά της πιάτα στο Μοναστηράκι, απορώ πως τα αναγνώρισα, ήταν ανυπόγραφα, τα αγόρασα, ήταν κακή αρχή, σήμερα έχω μια μεγάλη συλλογή. 

   Έργα της έχω δανείσει σε διάφορες ομαδικές εκθέσεις: «The Non-Existent Hand», 2011 με επιμέλεια Κώστα Σαχπάζη (Remap 3, στο Hotel Galini, Αθήνα), 'Hell As Pavilion' 2013 στο Palais De Tokyo, Paris, με επιμέλεια Νάντιας Αργυροπούλου, «In Praise of Chance and Failure» 2013 με επιμέλεια Maurizio Cattelan και Massimiliano Gioni στην Family Business gallery, Chelsea, Νέα Υόρκη, έδειξαν φωτογραφίες από έργα της, μια από αυτές ήταν και η πρόσκληση της έκθεσης και “At Table and in Bed” 2013 στην Andreas Melas & Helena Papadopoulos Gallery, Αθήνα.

   Η Ήρα δούλεψε με τα υλικά και τον τρόπο που δούλευαν όλοι οι Μαρουσιώτες (Σιφναίοι) αγγειοπλάστες, αλλά δεν ήταν μια παραδοσιακή κεραμίστρια, ήταν-είναι μια μεγάλη εικαστική καλλιτέχνης, ακόμα και τα χρηστικά της κεραμικά της είναι τέχνη. Το Μπλε Άλογο της έχει την δύναμη της κεραμικής του Lucio Fontana.

 

Υ.Γ. Δεν πήγα ποτέ έφιππος στο σχολείο μου, κάτι που τότε ήθελα τόσο πολύ!


Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε για τον κατάλογο της έκθεσης Pott_Pott

Στη πρώτη φωτογραφία η Ήρα Τριανταφυλλίδη στο κήπο του εργαστηρίου της, και στη δεύτερη το μπλε αλογάκι της, απ’ τη συλλογή του Θέμη Ραγιά.


Παρασκευή 13 Μαΐου 2022

Στο Αιγαίο αρέσουν τα Τσανάκκαλε

Του Ντίνου Θ. Κόγια 

 

   Στο σαλόνι του πατρικού μου στο Καρλόβασι της Σάμου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου υπήρχε στολισμένο ένα παράξενο πήλινο κανάτι. Πολλές φορές το είχα περιεργαστεί όλος απορία, γιατί δεν μπορούσα να το ταυτίσω με κάποιο γνωστό αντικείμενο. Με εντυπωσίαζαν το κεφάλι του αλόγου στο πάνω μέρος, τα φτερά, το πουλί, η επιγραφή με τα περίεργα σαν σκουλήκια γράμματα στην κοιλιά του. Η μητέρα μου έλεγε ότι είναι αμφορέας, παλιακό πράγμα του σπιτιού, από τον θείο Γιαννακό. Στην πραγματικότητα, ήταν ένα αλογοκάνατο από το Τσανάκκαλε με τα αυθεντικά του χρώματα σε άριστη κατάσταση. 
      Στο γύρισμα του 19ου αιώνα, τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου κατακλύστηκαν από κεραμικά του Τσανάκκαλε. Στο ΒΑ Αιγαίο κυρίως κανάτια, καπακλίδικα, γλυκοδοχεία, καπνοδοχεία, φρουτιέρες, λαδικά, ζωόμορφα κ.ά. Στα Δωδεκάνησα περισσότερο πιάτα που αγαπούσαν να τα στολίζουν στους τοίχους των σπιτιών. Οι αιτίες ήταν πολλές. Διάφορες κατηγορίες βιομηχανικών ή βιοτεχνικών προϊόντων και αγαθών ήταν πλέον προσβάσιμες από ένα ευρύτερο καταναλωτικό κοινό. Το Τσανάκκαλε και τα νησιά ήταν πάνω στον θαλάσσιο εμπορικό δρόμο από την Κωνσταντινούπολη προς την Κύπρο και την Αλεξάνδρεια. Τα τσανακαλιώτικα κεραμικά ήταν σχετικά φτηνά, αλλά κυρίως ήταν πολύ φανταχτερά και είχαν το μυστήριο και τη γοητεία του ξενόφερτου. Οι πολύπλοκες και πολλές φορές μοναδικές φόρμες τους, ο κατάφορτος επίθετος διάκοσμος, οι χρωματιστές υαλώσεις και τα έντονα χρώματα πάνω από το γυαλί, εντυπωσίαζαν τους νησιώτες που συχνά προτιμούσαν να τα στολίζουν ανάμεσα στα καλά αντικείμενα της οικοσκευής. 
      Στις τοπικές κοινωνίες του ανατολικού Αιγαίου η απόκτηση κεραμικών από το Τσανάκκαλε υποδήλωνε την ανέλιξη των μεσαίων στρωμάτων, μέσω της κατοχής διακοσμητικών και χρηστικών αντικειμένων που κάποτε ήταν προνόμιο μόνο της ελίτ. Δεν είχε τόση σημασία η χρηματική αξία των κεραμικών, που άλλωστε ήταν πολύ φθηνότερα και υποδεέστερα ποιοτικά από τις ευρωπαϊκές και κινεζικές πορσελάνες. Περισσότερο σημαντική ήταν η ίδια η πράξη της αγοράς αντικειμένων που δεν ανήκαν στη σφαίρα του χρήσιμου ή του απαραίτητου για ένα νοικοκυριό. Μέσα από αυτή τη διαδικασία οι ιδιοκτήτες τους βίωναν την ικανοποίηση της κατανάλωσης και απόκτησης νέων, «εξωτικών» προϊόντων, συχνά αποκλειστικά διακοσμητικών, επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα το κοινωνικό τους κύρος. Η αγορά και κατοχή «εξωτικών» κεραμικών ήταν ένα είδος πιστοποίησης μιας νέας υλικής κουλτούρας και ταυτόχρονα απόδειξη οικονομικής ευμάρειας της ανερχόμενης τάξης των εμπόρων, των καραβοκύρηδων, των βιομηχάνων και βιοτεχνών, στην οποία ανήκε και ο πεφιλημένος Γιαννακός Κονδύλης, θείος της γιαγιάς μου, υποδηματοποιός, πολίτης της πάλαι ποτέ Ηγεμονίας Σάμου, αρχικός ιδιοκτήτης του πατρικού μου σπιτιού και ο πρώτος κάτοχος του αλογοκάνατου. 

     
Έτσι, τα τσανακαλιώτικα και άλλα αγγεία «γερνούσαν» μαζί με τα σπίτια και τους ανθρώπους, ενώ κάποια από αυτά είχαν συνδεθεί και με περιστατικά ή προσωπικές ιστορίες των κατόχων τους. Καθώς οι γενιές εναλλάσσονταν, τα κεραμικά αυτά, αν και είχαν απωλέσει την ταυτοτική τους προέλευση, παρέμεναν ως αισθητικές σταθερές μιας άλλης εποχής. Για τους περισσότερους είναι οικογενειακά κειμήλια με μεγάλη συναισθηματική αξία. Ταυτόχρονα όμως πρόκειται για αντικείμενα ενταγμένα στην οικιακή σφαίρα και ειδικότερα στην «οικογενειακή κουλτούρα» μέσα από την οποία, κατά κανόνα, αποκτούμε τις πρώτες γνώσεις για τον κόσμο που μας περιβάλλει. Στο πλαίσιο αυτό, οι φόρμες, τα σχέδια, τα χρώματα, τα υλικά των αντικειμένων της οικιακής σφαίρας, εντυπώνονται στην μνήμη μας από μικρή ηλικία και αποκτούν την ιδιότητα του οικείου. Και για τους κατοίκους του Αιγαίου, τα τσανακαλιώτικα αγγεία ανήκουν στην κατηγορία των οικείων αντικειμένων. Αποτελούν συνθετικά στοιχεία της πολιτισμικής διάστασης της κατοικίας και λειτουργούν ως οικεία σύμβολα σταθερότητας και ασφάλειας. Ίσως αυτός να είναι ένας από τους λόγους που πολλοί ντόπιοι τεχνίτες αντέγραψαν τις φόρμες και την διακόσμησή τους. 
      Όμως, τα κεραμικά του Τσανάκκαλε δεν αρέσουν σε όλους. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι περιηγητές του 19ου αιώνα τα θεωρούσαν κακόγουστα, όπως ο Άγγλος συγγραφέας Albert Smith που αγοράζοντας το 1849 μία ζωόμορφη μποτίλια σε σχήμα ελαφιού, τη θεωρούσε το ασχημότερο αντικείμενο που είχε δει ποτέ στη ζωή του (“…certainly the ugliest thing I ever saw in my life…”). Για τον Ανδρέα Καρκαβίτσα, που το πλοίο του αγκυροβόλησε στα Δαρδανέλλια την 2.10.1892, τα κεραμικά που πουλούσαν οι Τούρκοι βαρκάρηδες ήταν «…χοντρά και βάναυσα πλαστουργήματα που στολίζουν τα σπίτια τους οι ανατολίτες και οι ναυτικοί…». Για πολλούς τα κεραμικά του Τσανάκκαλε μοιάζουν τουλάχιστον χονδροειδή και κακόγουστα, αν δεν δικαιώνουν τον απόλυτο ορισμό του κιτς. Δεν μπορεί να τους αδικήσει κανείς όταν δεν βλέπουν τίποτε όμορφο στις γκροτέσκ, αλλόκοτες φόρμες με την φλύαρη, πομπώδη διακόσμηση. Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη ότι για τους ανθρώπους αυτούς τα κεραμικά του Τσανάκκαλε δεν υπήρξαν ποτέ «οικεία» αντικείμενα. Ούτε πρέπει να αγνοούμε ότι πρόκειται για δημιουργίες ενός παρελθόντος χρόνου και ενός άλλου τελείως διαφορετικού κόσμου που δεν υφίσταται πλέον. 
     Για μένα, το «μυστήριο» της προέλευσης του αμφορέα λύθηκε μετά από αρκετά χρόνια στην Αθήνα. Από τα πρώτα κεραμικά που αγόρασα ήταν ένα αλογοκάνατο, πιο vulgar από αυτό του πατρικού μου, που το στόλισα στο σαλόνι μου ως ένα είδος υποκατάστατου της οικιακής διακοσμητικής αισθητικής των παιδικών μου χρόνων. Πριν μερικά χρόνια στη βιβλιοθήκη ενός συμπατριώτη μου στα Πατήσια, είδα ένα πράσινο τσανακαλιώτικο κανάτι με ψηλό λαιμό, στριφτή λαβή και ζωγραφιστές χρυσές τουλίπες. Δεν ήξερε ακριβώς από που ήταν, παρά μόνο ότι το είχαν φέρει οι πρόγονοί του από τη Μικρά Ασία. Όταν τον ρώτησα γιατί δεν το είχε αφήσει στο σπίτι του στη Σάμο, μου απάντησε ότι με αυτό το κανάτι τον βάφτισαν και γι’ αυτό το έχει πάντα κοντά του. 
     Τελικά για όλους αυτούς τους λόγους, ίσως και για άλλους που δεν γνωρίζω, στο Αιγαίο αρέσουν τα Τσανάκκαλε. 


 Λεζάντες φωτογραφιών : 
1. Το αλογοκάνατο του θείου Γιαννακού (Τσανάκκαλε τέλος 19ου-αρχές 20ού αιώνα). 
 2. Γαμήλιο γλέντι στο πατρικό μου αρχές δεκαετίας του 1960. Το αλογοκάνατο του θείου Γιαννακού διακρίνεται κάτω από το αριστερό χέρι του μεσαίου χορευτή στολισμένο σε γωνιακό έπιπλο.

Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε για τον κατάλογο της έκθεσης Pott_Pott 


Σάββατο 16 Απριλίου 2022

Εκδοχές του Κήπου / the symptom 09

 

Κυκλοφόρησαν απ' τις εκδόσεις Νήσος, τα κείμενα της ημερίδας του The Symptom Project 9, με θέμα "Εκδοχές του κήπου",  που έλαβε χώρα στην Άμφισσα, το Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2018. Γράφουν: Ανίνα Βαλκανά, Φαίη Ζήκα, Μαρίνα Μαροπούλου, Τζο Μέντζα, Ειρήνη Λεοντακιανάκου, Νίκος Παπαδόπουλος, Παντελής Χανδρής, Αριάδνη Χριστοπούλου.

Επιμέλεια: Φαίη Ζήκα

Λίγα λόγια για το βιβλίο:

«O κήπος είναι μια προσπάθεια οικείωσης της φύσης από τον άνθρωπο. […] Σε αντίθεση αφενός με την αδιαμεσολάβητη ή “άγρια” φύση, αφετέρου με άλλου τύπου καλλιέργειες όπως το χωράφι, το δάσος κ.λπ., ο κήπος συνιστά ένα προστατευμένο φυσικό περιβάλλον, με κύριο χαρακτηριστικό τον τοίχο (έστω και νοερό) που τον ξεχωρίζει από τον υπόλοιπο κόσμο. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον μπορούν να εφαρμοστούν και να διερευνηθούν διαφορετικές απόψεις για τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση και το σύμπαν, καθώς και για τη ζωή και τον θάνατο, εφόσον το περιεχόμενό του είναι ως επί το πλείστον ζωντανό και φθαρτό. Μπορούμε επομένως να δούμε τον κήπο και σαν ένα εργαστήρι όπου διερευνώνται και ελέγχονται –θεωρητικά και πρακτικά– απόψεις για τη σχέση ανθρώπου/φύσης. Ο όρος αυτός συνδυάζει επιστήμη και τέχνη: εργαστήρι του επιστήμονα και του φιλoσόφου, αλλά και του καλλιτέχνη και του κηπουρού». (Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Ο κήπος ως ετεροτοπία και διεπαφή μεταξύ ανθρώπου και φύσης» της Φαίης Ζήκα) Τα κείμενα του τόμου αντλούν από διαφορετικές –επιστημονικές, καλλιτεχνικές και φιλοσοφικές– σκοπιές, αναδεικνύοντας οικείες αλλά και αναπάντεχες εκδοχές του κήπου.

 Περισσότερα για την έκθεση εκείνης της χρονιάς μπορείτε να δείτε ΕΔΩ

Τετάρτη 16 Ιουνίου 2021

Fragments / the symptom 12


Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας

25 Σεπτεμβρίου - 19 Νοεμβρίου, 2021


                           Φωτογραφία από το Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας


Το The Symptom Projects πραγματοποιεί για δωδέκατη συνεχόμενη χρονιά, στην πόλη της Άμφισσας, το εκθεσιακό του πρόγραμμα: Το Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2021 πραγματοποιούνται τα εγκαίνια της ομαδικής έκθεσης Fragments, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας. Διάρκεια έκθεσης: 25 Σεπτεμβρίου - 19 Νοεμβρίου, 2021

 

 Fragments

Το θραυσματικό περιβάλλον της αρχαιότητας και η ολικότητα του θραύσματος

 

«Το θραύσμα της αρχαιότητας είναι ότι μας έχει απομείνει απ’ αυτή. Μόνο σ’ αυτή την ερειπωμένη μορφή μπορεί κάτι να διαβαστεί. Η μόνη πραγματική ακεραιότητα είναι πλέον η ακεραιότητα του θραύσματος. Η μόνη ανακτημένη μορφή είναι πλέον η θραυσματική μορφή. Θραύσματα που δεν επιζητούν την ολικότητα τους, αλλά τη διαθεσιμότητά τους, τη διαφύλαξη τους στη καταγωγική θέση του μηδενός.»

(απόσπασμα απ’ το επιμελητικό κείμενο)

 

Η φετινή ομαδική έκθεση «Fragments» του The Symptom Projects, σε επιμέλεια του Αποστόλη Αρτινού, και σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Δελφών, θα πραγματοποιηθεί στις αίθουσες και στον κήπο του Αρχαιολογικού Μουσείου Άμφισσας, όπου δεκαπέντε σύγχρονοι εικαστικοί καλλιτέχνες θα επιχειρήσουν με το έργο τους να συνυπάρξουν με τη συλλογή του Μουσείου, να συντονιστούν με την ενέργεια των θραυσματικών αντικειμένων του και να συνδιαλεχθούν με τη γλώσσα τους. 

Τη βραδιά των εγκαινίων, στις 8μμ. στον κήπο του Μουσείου θα πραγματοποιηθεί και η περφόρμανς του Δημήτρη Αμελαδιώτη «Το κέλυφος».

Είσοδος ελεύθερη! 

 

Επιμέλεια έκθεσης: Αποστόλης Αρτινός


Συμμετέχοντες καλλιτέχνες:

Δημήτρης Αμελαδιώτης



Ευγενία Βερελή 



Παναγιώτης Βορριάς 



Αναστασία Δούκα 



Βασίλης Ζωγράφος 



Λίζη Καλλιγά



Άννα Λάσκαρη



Χριστίνα Μήτρεντσε 



Μαλβίνα Παναγιωτίδη  



Ηλίας Παπαηλιάκης 



Χαρά Πιπερίδου 



Πάνος Προφήτης



Γιώργος Σκυλογιάννης



Δέσποινα Χαριτωνίδη 



Διονύσης Χριστοφιλογιάννης



 

 

 

Fragments

Archaeological Museum of Amfissa

September 25th - November 28th, 2021         

 

The fragmented environment of antiquity and the entirety of the fragment

 

“The fragment of antiquity is what we have been left. Only in this dilapidated form can anything be read. The only real integrity that remains is the integrity of the fragment. The only recovered form is the fragmented form. Fragments, which do not seek their wholeness, rather seek their availability, and their preservation in the initial position of zero.”

(Excerpt from the curatorial text)

 

 This year's group exhibition "Fragments" by The Symptom Projects, curated by Apostolis Artinos, and in collaboration with the Delphi Antiquities Authority, will take place in the halls and garden of the Archaeological Museum of Amfissa, where fifteen contemporary visual artists will attempt to coexist with the Museum's collection through their work, to coordinate with the energy of its fragments and to interact with their language.


Curated by Apostolis Artinos


Artists: Malvina Panagiotidi, Panagiotis Vorrias, Panos Profitis, Christina Mitrentse, Eugenia Vereli, Anastasia Douka, Lizzie Calligas, Dimitris Ameladiotis, Dionisis, Hara Piperidou, Christofilogiannis, Ilias Papailiakis, Anna Lascari, Despina Charitonidi, Vasilis Zografos, George Skiloyannis.   

 

 

Archaeological Museum of Amfissa

Opening hours: Κυριακή / Sunday: 9.00 – 16.00, Δευτέρα / Monday: κλειστό / closed, Τρίτη / Tuesday: κλειστό / closed, Τετάρτη / Wednesday: 9.00 – 16.00, Πέμπτη / Thursday: 9.00 – 16.00, Παρασκευή / Friday: 9.00 – 16.00, Σάββατο / Saturday: 9.00 – 16.00.



Φωτογραφία: Μαλβίνα Παναγιωτίδη, «The Fools», ψυχρός πηλός, διαστάσεις μεταβλητές, 2018




Η ποιητική του θραύσματος

Του Αποστόλη Αρτινού

 


     Το μέρος έχει μια προοπτική, μία αδύνατη προοπτική, τη προοπτική του όλου. Ένας ορίζοντας κατανόησης που διαπλάθει και την εσωτερικότητα της πυρηνικής του αδυναμίας. Μια ενορατική, αποκαλυπτική διάσταση που όσο διανοίγεται, τόσο κι επικεντρώνεται στην αλήθεια μιας αποσπασματικής εκφοράς. Γιατί το όλο διαφεύγει κι από-καλύπτεται μόνο, γιατί είναι αόρατο, γιατί είναι η ίδια η αδυνατότητα της σκέψης. Μια παραβίαση κι αμέσως αυτό δι-εγείρεται στο σύμπαν των αναπαραστάσεών του. Τα θραύσματα, έτσι, είναι εκλάμψεις μιας νύχτας, ρηξιγενή συμβάντα, κι αποκαλυψιακές εκφορές. Στη νύχτα αυτή, αναλαμβάνουν και την έδρα της εκ-στατικότητάς τους, την προνομία μιας εξαίρεσης μοναδικής, το μίτο μιας αφήγησης μυστικής κι αδιατύπωτης που ενσταλάζει όμως τη μαγεία της, μια παραμυθιακή αχλύ που σπαργανώνει το νου διευρύνοντάς τον. Είμαστε έξω απ' τη προσδοκία του μεγάλου πλάνου, αποστρεφόμενοι τον ανοικτό ορίζοντα, κι επικεντρωμένοι σε σημεία, που όμως κάτι μαρτυρούν, κάτι μαρτυρικά διασώζουν. Σ’ αυτά τα σημεία, σ’ αυτές τις μυστικές κρύπτες του νοήματος, διασώζεται μια ενεργή μνήμη του κόσμου, μια γρηγορούσα συνείδηση, αν κι εν υπνώσει. Η ώρα της αποκάλυψής της είναι κι η ώρα της έκκλησής της, αυτή πάντα η ώρα του μεσονυκτίου. Έτσι απλά, αν κι όχι ακόπως, σ’ αυτή τη νύχτα, σ’ αυτή την ώρα της νύχτας, μεταδίδεται, εξ αίφνης, και μια γνώση του κόσμου, απ’ αυτή τη ρηγματώδη συνθήκη του θραύσματος, όπως αυτό διασώζεται διαρρηγμένο, διανοιγόμενο, και πάντα απολεσμένο.

     Η πραγματικότητα του θραύσματος δεν είναι μια ελλειπτική πραγματικότητα, δεν είναι το θραύσμα μια έλλειψη του όλου, αλλά η μήτρα του, ένα εντυπωμένο σημάδι που διατίθεται στην αναγνώρισή του. Ακόμη κι όταν η υλικότητά του είναι μια απογυμνωμένη μορφή πάλιν είναι ο τόπος μιας αποσυρόμενης γραφής. Το όλο εγγράφεται πάντα σε μια αποστέρηση, σε μια αδυναμία κατανόησης. Αφήνει μόνο τα ίχνη του, ενδείξεις αυτά της διασποράς του, σινιάλα όλα μιας απόκοσμης καταγωγής. Το θραύσμα μάλιστα είναι έργο αυτής της βίας, της βιαιότητας της γραφής. Η εγγραφή γίνεται πάντα σε μια εύθραυστη ύλη, ακόμη κι όταν λαξεύεται σε πέτρα. Είναι μια βία που χαράσσει την επιφάνεια του Πραγματικού, τη φορτίζει με νοήματα κι ύστερα την εγκαταλείπει στο άνισο μιας χρονικής ακολουθίας και στις μορφογενέσεις που αυτή του επιφέρει. Μένει μόνο μια ρηγματωμένη μορφή, με τα μισοσβησμένα της ίχνη, βαθιές αυλακώσεις αυτά που υποχωρούν.

     Το θραύσμα έτσι σχεδόν δεν υπάρχει, έχει απολέσει το σχήμα του. Γιατί το σχήμα θεωρείται, επιζητά την απόσταση της θεώρησής του, το απομακρυσμένο του πλάνο, αλλά ούτε αυτό υπάρχει, γι’ αυτό και το μάτι επικεντρώνεται διαρκώς, εστιάζει στο ελάχιστο. Το θραύσμα καλλιεργεί την εγγύτητα, εξασκεί το μάτι στη λεπτομέρεια, δεν αποστασιοποιείται, δια-γράφει το όλο στη μερικότητα της αλήθειάς του, μέχρι στο ελάχιστο σημείο της αφάνειάς του, στο τρίμμα, στο ίχνος, στην απόλυτη αφαίρεση. Εγκαταλείπει έτσι όλα τα πέπλα της αληθοφάνειάς του, αυτές τις ταπεινές νοηματοδοτήσεις μας, κι απογυμνωμένο αποκαλύπτεται πέραν του νοήματος, σ’ ένα εκστατικό Πέραν, όπου τίποτε δεν νοείται, μα όλα μοναδικά θεωρούνται, αυτή η εκστατική στιγμή του Ηράκλειτου με τα βότσαλα στις όχθες του ποταμού, έλαμπαν μέσα στη πυρηνική τους καθαρότητα, σ’ αυτή τη νοηματική τους αδιαθεσία.

     Το θραύσμα ενέχει τη θέση του φαντάσματος. Η υλικότητά του είναι απείρως φασματική. Είναι και δεν είναι. Διατίθεται μένοντας αδιάθετο. Διεγείρεται στο γνόφο της αγνωσίας του και εκδηλώνεται σε φαντασιακές προβολές. Ο μετεωρισμός του, το θραύσμα δεν λαμβάνει χώρα, αποδίδει την απροσπέλαστη ανοικειότητά του, το ίχνος της απορφανισμένης του γλώσσας. Η τροχιά του είναι μια τροχιά απόσυρσης και καταβύθισης καταγωγικής. Μια οντολογική δυναμική που εγείρει και το κρυπτογράφημά του, τις μυστικές του κειμενοποιήσεις, όπου ανήκει και δεν ανήκει. Το περιεχόμενο του είναι αυτός ο εσωτερικός του διχασμός, γι’ αυτό και μόνο η ψευδωνυμία μιας ποιητικής εκφοράς μπορεί κάτι απ’ αυτό το ίχνος να διασώσει και να μαρτυρήσει. Ακρώρεια αυτή μιας διακινδύνευσης, όπου το ανείπωτο, όπως θα ’λεγε ο Lacan, εγείρει το λόγο, τη δυνατότητα ενός λόγου, και τη μυστική του απόλαυση. Το θραύσμα, το θραυσματικό απόσπασμα, γίνεται έτσι και το σύμπτωμα αυτού του ανείπωτου, το ανάγλυφο ενός ερειπωμένου λόγου, το ίχνος εν τέλει μιας φιλοσοφικής διαφοράς. Η αποκαλυπτική του εντοπίζει σημεία διασυρμού, δομικές αντιθέσεις, αυτή την ίδια την ανοικτότητα του ίδιου, το εύρος των πολλαπλών καταγωγών του κι αυτών των αναγνωστικών του προκλήσεων.

     Το θραύσμα έτσι είναι ένα αίνιγμα, όχι λόγω της θραυσματικότητάς του, αλλά λόγω αυτής της αποκαλυψιακής του ευρύτητας. Ο Adorno δεν θα διστάσει να ονομάσει τη περιοχή αυτής της διάνοιξης ιερή, γιατί εκεί αποκαθαίρεται ο λόγος, η Ποίηση απ’ τη λογοτεχνία της, όπως ωραία θα το διατυπώσει ο Heidegger, και διανοίγεται ένα περιβάλλον αναφορών στο εκλιπόν σημείο, στην απολεσμένη ενότητα. Σ’ αυτό το διασαλευμένο περιβάλλον τίποτε δεν παρίσταται ακέραιο, όλα αχνοφαίνονται σ’ ένα «ιχνογράφημα» σημείων, όπως θα τ’ ονομάσει ο Derrida. Δομικές διαταραχές που διαγράφουν και το πλέγμα της απουσίας, το κειμενικό πλέγμα του ίχνους. Ένα κείμενο που αστραποβολά στις διαταραχές του, στις σημειακές του προκλήσεις, πάντα ένα κείμενο σε αναστολή και περιδίνηση.  Αυτό είναι το θραύσμα, αυτό επιτάσσει ο χαρακτήρας του, η καταστατική του έλλειψή, πάντα να τελεί «υπό αναβολή», να υπομένει έναν μη παραγωγικό χρόνο, να υπομένει, εν τέλει, την ίδια την αναμονή του.

     Τα θραύσματα διανοίγουν έναν ορίζοντα πολυπρισματικό, μια λαβυρινθώδη αφήγηση που εκτρέπεται διαρκώς. Είναι συμβάντα που παραστέκονται στην εκτροπή τους, σε μία κίνηση πέραν του νοήματος, όπου εγγράφεται κι η γλωσσική τους διαφορά. Διασπορές που κάποτε καταλήγουν επιχειρώντας να σκιαγραφήσουν τ’ ανήσυχο παρόν μιας σκέψης, το ίχνος ενός εφήμερου νοήματος. Η εμπειρία τους είναι παροξυσμική, καθώς υποδέχεται έναν πληθωρισμό διακρίσεων που αδυνατεί να εκφραστεί όμως στη πραγματικότητα των σημείων. Το θραύσμα έτσι έχει μια εκφραστικότητα σκοτεινή, που δεν αναπαριστά την εξωτερικότητα της έλλειψής του, αλλά παριστά την έλλειψη της δομικής του εκ-σωτερικότητας, αυτή που φέρει ως γενέθλιο τραύμα. Τα σημεία του είναι κι οι μαύρες τρύπες του νοήματός «του», κενά σινιάλα, ψευδαισθητικές εκτροπές, υποδοχές διαφορών που δεν καταλήγουν. Η νύχτα του θραύσματος είναι αυτή η νύχτα της γραφής που αποδίδεται, αλλά δεν δίδεται, δεν οικειώνει την ουσία της, εμμένει στην αδιατύπωτη αλήθειά της, στο σκοτεινό της πεπρωμένο.

     Ως αποκαλυψιακά συμβάντα τα θραύσματα συνάζουν γύρω τους στιγμές εγρήγορσης. Εννοιολογικές εξάρσεις που επιδίδονται σε μορφολογικά αξιώματα. Κόμβοι μιας ιδιαίτερης πύκνωσης που συντάσσουν μ’ ένα ασύντακτο, και εν πολλοίς, τυχαίο τρόπο, τη θεωρία των μορφικών τους συγκινήσεων. Οι εγγραφές αυτές συνιστούν, μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο, και την οικονομία του θραύσματος, τη στρατηγική του μέσα στον κόσμο των αναπαραστάσεων. Πολλές απ’ αυτές τις μορφές επιστρέφουν στην καταγωγική τους λήθη, σβήνουν ακόμη και το ίχνος της ανάμνησής τους. Είναι υποθέσεις που υποχώρησαν στην πύκνωση κάποιων άλλων σημείων, στην ανάδυση κάποιων άλλων μορφών. Δεν έχουμε να κάνουμε εδώ τόσο με μια χρονική ακολουθία συμβάντων, όσο με μια αέναη δομική ανασυγκρότηση που επαναδιαθέτει το φορτίο της ισχύος της. Μια διαρκής ανάλυση δεδομένων στη ταυτοχρονία μιας κβαντικής χρονικότητας που ανακατανέμει αστραπιαία και ατάκτως τα pixel της. Το θραύσμα είναι αυτή η ανησυχαστική στιγμή που υπερέχει μέσα στο ρέον νόημα των ημερών, μία αστάθμητη θέση επί τω έργω κι επί ματαίω, μία ομοίωση χωρίς όμοιο της, ένα ερειπωμένο απολίθωμα που μένει στη μοναδικότητα της γραφής του και στο ανεντόπιστο της διαφοράς της, εκεί που διασώζεται, ακέραιη όμως, κι αυτή η διαλεκτική του σημασία.

     Η διαλεκτική του θραύσματος είναι ο αποκαλυπτικός του χαρακτήρας. Μικρές ενορατικές εξάρσεις, που δεν εκθέτουν τόσο το αντί-κείμενο τους, όσο τη σημαίνουσα διαφορά της δικής τους μερικότητας. Το θραύσμα εξέχει σε κάθε απόπειρα κατανόησης, χειραγώγησης και σύνθεσης, είναι αυτό που διαχωρίζει τη θέση του μέσα στο συνεχές ενός σημασιολογικού ορίζοντα κι αποκαλύπτεται ως ένα αποδομητικό συμβάν, ως μια μαύρη τρύπα που μας εκβάλλει στην απειρότητά του. Αυτή η συμβαντική, σπερματική τροχιά του θραύσματος που διανοίγει ένα πεδίο καινοφανών καταστάσεων και που αδυνατούν να αναγνωριστούν σε οποιαδήποτε τυποποίηση. Είμαστε στο πεδίο μιας γλώσσας αποκαλυψιακής, στη συχνότητα του μη αποκρίσιμου, που στιγματίζει το περιβάλλον των εγγραφών του διασαλεύοντάς το. Και πάλιν αυτό το αποτύπωμα να μην αφήνει τον τύπο του πουθενά, να εξέρχεται κι απ’ τη δική του εξαίρεση, εγκαταλελειμμένο στη μεσσιανική προοπτική του.

     Ο χρόνος του θραύσματος είναι το εκστατικό παρόν, όχι το στιγμιαίο παρόν μιας χρονικής συνέχειας, δεν συνομιλεί με κανένα αναγνωρισμένο παρελθόν και με κανέναν προσδοκώμενο μέλλον, αλλά ένα παρόν που υπομένει την καθετότητα της στιγμής του. Η ώρα είναι νυχτερινή, πάντα η ώρα του θραύσματος είναι νυχτερινή, κι η στιγμή του είναι μια αναμμένη λαμπάδα, μια εν εγρηγόρση αναμονή. Το θραύσμα σ’ αυτήν την άπειρη στιγμή του υπομένει και την υπόσχεση της εκπλήρωσής του. Όχι την υπόσχεση της πλήρωσης της έλλειψής του, της απόδοσης της ολικής του εικόνας, αλλά την εκπλήρωση της αδύνατης αναπαράστασής του. Τη στιγμή αυτή, που ο Benjamin θα την ονομάσει αστραπή, η θραυσματική οντότητα αποκαλύπτεται, αποκαλύπτεται στη φωτοχυσία αυτής της αστραπής, στο καταγωγικό πεδίο των ονοματοδοτήσεων της, ένα πεδίο κατάγραφο, πυκνό, σκοτεινό κι αδιάγνωστο. Το θραύσμα έτσι δεν βρίσκει τη θέση του, δεν συμπληρώνει το πάζλ, αλλά το αποδομεί εντελώς, το διαταράσσει, γιατί η αποκαλυπτική του στιγμή είναι μια συμβαντική στιγμή, μια στιγμή που δεν εγγράφεται πουθενά, σε κανένα στρατήγημα της ιστορίας.

     Το comma του θραύσματος, το διάκενο αυτό μιας ιστορίας, συγκροτεί το παρόν μιας έκλαμψης μυστικής. Μιας έκλαμψης που διαυγάζει τη μορφή του στην ακαριαία χρονικότητά της. Είμαστε πλέον στην ποιητική των ιχνών, στις εξάρσεις τους, όπως αυτή η ώρα, είπαμε, η ώρα του μεσονυκτίου, επιτρέπει. Τι μπορεί να ιχνηλατηθεί αυτή την ώρα; Ποια διάρκεια αχνοφαίνεται; Ποια στοιχείωση, ελάχιστη έστω, διατίθεται; Διατίθεται κάτι; Η ερωτηματοθεσία αυτή ματαιοπονεί. Η νύχτα του θραύσματος δεν νοηματοδοτεί-ται. Η νύχτα είναι, κυριολεκτικά, ονειροπαρμένη, μία εξαίρεση απ’ το νόημα, μία διάσταση εξιστάμενη, αυτή η ίδια η περιοχή του Έξω. Εν τούτοις η υλικότητα του θραύσματος είναι εδώ, η αντανάκλαση της εικόνας του επίσης, κι η χωροχρονικότητά του εντοπισμένη, μα κάτι, όπως πάντα, διαφεύγει, μια αύρα που απομακρύνεται, αυτή η υπερεκχείλιση των πραγμάτων, το εύρος της αλήθειάς τους, κι αυτό μόνο.  

 

Το παραπάνω κείμενο εμπεριέχεται στον κατάλογο της έκθεσης «Fragments»

«Fragments» / Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας / 25 Σεπτεμβρίου - 28 Νοεμβρίου, 2021

Φωτογραφία: Λίζη Καλλιγά. Θραύσματα, Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών, φωτογραφία-40Χ50 εκ, 2021.

Δευτέρα 14 Ιουνίου 2021

Angelus Novus

Του Walter Benjamin 


     Υπάρχει ένας πίνακας του Klee με το όνομα Angelus Novus. Απεικονίζεται εκεί ένας άγγελος που φαίνεται έτοιμος να απομακρυνθεί από κάτι που μένει προσηλωμένο το βλέμμα του. Τα μάτια του είναι διάπλατα ανοιχτά, το στόμα του ανοιχτό και οι φτερούγες του τεντωμένες. Έτσι ακριβώς πρέπει να είναι ο άγγελος της ιστορίας. Το πρόσωπό του είναι στραμμένο προς το παρελθόν. Όπου εμείς βλέπουμε μια αλυσίδα γεγονότων, αυτός βλέπει μία μοναδική καταστροφή, που συσσωρεύει αδιάκοπα ερείπια  επί ερειπίων  και τα εκσφενδονίζει μπροστά στα πόδια του. Θα ήθελε να σταματήσει για μια στιγμή, να ξυπνήσει τους νεκρούς και να στήσει ξανά τα χαλάσματα. Μια θύελλα σηκώνεται όμως απ’ τη μεριά του Παραδείσου αδράχνοντας τις φτερούγες του και είναι τόσο δυνατή που δεν μπορεί πια ο άγγελος να τις κλείσει. Η θύελλα τον ωθεί ακαταμάχητα προς το μέλλον, στο οποίο η πλάτη του είναι στραμμένη, ενώ ο σωρός απ’ τα ερείπια φθάνει μπροστά του ως τον ουρανό. Αυτό που εμείς αποκαλούμε πρόοδο, είναι αυτή η θύελλα.

 

Το παραπάνω κείμενο εμπεριέχεται στον κατάλογο της έκθεσης «Fragments»

«Fragments» / Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας / 25 Σεπτεμβρίου - 28 Νοεμβρίου, 2021

Φωτογραφία: Αναστασία Δούκα, «H σύζυγος» («Ασπασία», Μάρα Καρέτσου, 1973, Ακαδημία Αθηνών), χάρτινο καλούπι, 2017

Φωτογραφία : Χρήστος Xρυσόπουλος

Κυριακή 13 Ιουνίου 2021

Χρονοθραύσματα

Του Βασίλη Λαλιώτη



Ο θαυμασμός που κινεί το τέλος της φιλοσοφίας οπισθοδρομεί
από τη λέξη στα έτυμά της. Ιζήματα λεκτικά όπου προτείνεται
να ανιχνευτεί αυτά που το συλλογικό ασυνείδητο έγραψε στο χρόνο.

***
Η λέξη δεν είναι σύμβαση, είναι εξημέρωση κραυγής, και κάτι από
την κραυγή αυτή παραμένει στην ετυμολογία της.

***

Η εποχή, αυτός ο παλιός όρος των Σκεπτικών, θέλει να διδάξει
ανοχή, αλλά μάλλον ευθυγραμμίζεται με την παράδοση στη
νέα βαρβαρότητα που έρχεται αφήνοντας μας απαρηγόρητους.

***

Με ποιές νέες θυσίες θα καθιερωθεί ο Θεός που επικαλέστηκε
ο Χάιντεγγερ;

***

Στη μεγάλη αφήγηση οι θεοί πεθαίνουν πιο γρήγορα από τους
ανθρώπους που αρκούνται στην επιβίωση των μικροαφηγήσεων τους.

***

Η τεχνολογία δεν πιάνεται φιλοσοφικά πριν πετάξει η κουκουβάγια
των καταστροφών της.

***

Πόσες αφηγήσεις απαρνήθηκε ο άνθρωπος για να μείνει
τελικά μικρός;

***

Μη μ' αφήνετε έτσι. Φέρτε μου μια φιλοσοφία να επικυρώσω
με το θάνατο που με περιμένει.

***

Η ζωή είναι αυταξία ακριβώς επειδή δεν είναι τέλεια. Ο άνθρωπος
δεν κατοικεί στο Είναι αλλά στην Μη Τελειότητα.

***

Για τις λέξεις αποκτάς συνείδηση όταν δεν λειτουργούν.

***

Έξω από τη γέννηση, όλα τα άλλα περιέχουν πένθος.
Αυτή τη φράση επαναλαμβάνει διαρκώς η ποίηση.
Ή καλύτερα:  η γέννηση είναι αρχή στα πένθη.

***

Πόσα παιδιά πέθαναν στον κόσμο μέχρι να γράψω ως εδώ.

***

Τι γενναιότητα χρειάζεται για να είσαι περιγραφικός σαν τον
Κλαούζεβιτς, το Μακιαβέλλι, τον Κονδύλη...

***

Κανείς δεν ξέρει όταν πεθαίνει που αφήνει τη στάθμη της
αδικίας στον κόσμο.

***

Η ματαιότητα είναι υπνωτική αλλά κάθεται στη μύτη σου
ένα έντομο και ξυπνάς.

***

Τι είπε στο Γκαίτε το κρανίο του Σίλλερ όταν το έφερε
κοντά στο πρόσωπό του και το ρώτησε;

***

Καλά το είπε ο φιλόσοφος: Για όσα μπορεί να μιλάει κανείς,
γι αυτά δεν πρέπει να σωπαίνει.

 

 

Το παραπάνω κείμενο εμπεριέχεται στον κατάλογο της έκθεσης «Fragments»

«Fragments» / Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας / 25 Σεπτεμβρίου - 28 Νοεμβρίου, 2021

Φωτογραφία: Διονύσης Χριστοφιλογιάννης, «Ίχνος», Γύψος και δαντέλα, 26x8x12cm,  2017

Σάββατο 12 Ιουνίου 2021

Η ιεροποίηση του αποσπάσματος

Του Στέφανου Ροζάνη


     Στο σπίτι του Sigmund Freud στη Βιέννη (Bergasse 19) μια ζωηρή εντύπωση δηλώνεται με την παρουσία μιας προσθήκης μέσα στην οποία το συλλεκτικό πάθος του Freud κυριαρχεί απόλυτα, εκφρασμένο με μικρά αντικείμενα αρχαίας τέχνης των οποίων η σημασία διόλου δεν συναρτάται με τα αντικείμενα καθαυτά, αλλά με τον βαθύτατο πόθο του συλλέκτη τους να περιβάλλεται από αυτά τα οιονεί θραύσματα μιας αρχαιολογίας και μιας απολιθωμένης σύλληψης του παρελθόντος και του παρόντος, η οποία μαρτυρεί το πάθος της ανακάλυψης κοιτασμάτων, τα οποία συμβολοποιούν το μικρό αντικείμενο ως ισοδύναμο μιας μικροσκοπικής ματιάς, χωρίς την οποία το ασυνείδητο δεν θα μπορούσε να αποκαλυφθεί και να αποκαλύψει τα μυστηριώδη έργα του, ωσάν αυτά τα έργα να έβγαιναν σταδιακά και επώδυνα στο φως από μια αρχαιολογική σκαπάνη που ανασκάπτει τον τόπο και το τοπίο της ψυχής.

     Για τον Freud, όπως ακριβώς και για τον Benjamin, το απόσπασμα αποκαλύπτει την αλήθεια του όλου, την οποία το όλο είναι ανίκανο να αποκαλύψει. Έτσι η συνάντηση του Benjamin με τον Freud στο πάθος του συλλέκτη δεν είναι διόλου τυχαία και πάντως, αφήνοντας κατά μέρος την ψυχανάλυση και τον «αρχαιολόγο» της, είναι μια σημαίνουσα συνάντηση στο χώρο της μικροσκοπικής θέασης της εσωτερικής και εξωτερικής τοπιογραφίας του κόσμου και της πρόζας του.

     Ωστόσο, αυτή η συνάντηση παραπέμπει επίσης σε μιαν άλλη θέαση ογκοδώς σημαίνουσα για τον Benjamin και για τον Freud. Επίσης, αν και για τον Benjamin αποκτά άλλη διάσταση, άλλο νόημα και άλλη σημασία μέσα στην ιστορία και μέσα στον ουτοπικό μεσσιανισμό που κυριαρχεί στο πρόταγμά του για τον κόσμο και τα όριά του. Αυτή η θέαση είναι μια θέαση της θραυσματικότητας, αυτή τη σκοπιά από τη σκοπιά του ερειπίου και της συνομιλίας με το ερείπιο, ανάλογης με εκείνη του Freud.  Το θραύσμα αποκαλύπτοντας την αλήθεια του όλου, προβαίνει ως αιθριότητα, δηλαδή ως αίθρια κατάσταση ερειπιώδης του θραύσματος, ως ερείπιο που συγκροτεί το παρελθόν και το παρόν, αλλά και εκτείνεται στο μέλλον, προλέγοντας την αλήθεια του μέλλοντος, η οποία για τον Benjamin είναι πάντα η αναζήτηση της λύτρωσης και άρα της ευτυχίας. Γράφει ο Benjamin: «Ερείπια που υψώνουν τα συντρίμμια τους στον ουρανό, φαντάζουν διπλά ωραία κάποιες μέρες αιθρίας, όταν το βλέμμα συναντά μες στα παράθυρα ή στη κορφή τους τα σύννεφα που ταξιδεύουν. Με το εφήμερο θέαμα που ανοίγει στον ουρανό, η καταστροφή επικυρώνει την αιωνιότητα των ερειπίων».

     Το ερείπιο είναι η υπόσταση της θραυσματικότητας ως αιωνιότητας, η διαρκής επανάληψη της μέσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, αλλά εξίσου και μέσα στον γραμμένο και ιστορημένο κόσμο, μέσα στην αφήγηση και κειμενικότητα, μέσα, τέλος, στο ίδιο το κείμενο ως θραύσμα της ιερής γραφής. Είναι άλλωστε αυτή η μέθοδος της ανάγνωσης και του κριτικού αναστοχασμού του κειμένου που γεννά ένα άλλο κείμενο, φανταστικό, αφού πρώτα έχει δημιουργήσει το ίδιο κείμενο ως ερείπιο...

 

Το παραπάνω κείμενο εμπεριέχεται στον κατάλογο της έκθεσης «Fragments»

«Fragments» / Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας / 25 Σεπτεμβρίου - 28 Νοεμβρίου, 2021

Φωτογραφία: Άννα Λάσκαρη, «Amnesia; Self-Replication; Mutation; Quotation».

Group Α. Τρία από Ενιά. 2001. Διαστάσεις group: περίπου 90cm X 126cm X 36cm. Κεριά, σκόνες και κλωστές.

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2020

The Symptom Projects 2020

Το The Symptom Projects πραγματοποιεί για ενδέκατη συνεχόµενη χρονιά, στην πόλη της Άµφισσας, το εκθεσιακό του πρόγραµµα: Την Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου και ώρα 8μμ. πραγματοποιούνται τα εγκαίνια της έκθεσης «Saxa loquuntur» του Γιώργου Τσεριώνη στο Αρχαιολογικό Μουσείο Της Άμφισσας και το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου και ώρα 8μμ. τα εγκαίνια της οµαδικής έκθεσης Please Please Me, σε επιµέλεια της Βασιλικής-Μαρίας Πλαβού, στο χώρο του παλαιού Νοσοκομείου Άμφισσας.

 


PLEASE PLEASE ME

Επιμέλεια: Βασιλική-Μαρία Πλαβού

Παραγωγή: The Symptom Projects

Τοποθεσία: Παλαιό Νοσοκομείο, Άμφισσα.

Εγκαίνια: Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2020, 20.00.

Διάρκεια: 19 Σεπτεμβρίου – 04 Οκτωβρίου, 2020 Kαθημερινά 18.00 - 22.00

 

Το the symptom projects ανοίγει το νέο του κύκλο, μετά από μία δεκαετή παρουσία, με την έκθεση “Please Please Me” που θα πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο, στην Άμφισσα. 

Α-: μόριο στερητικό, πρόθεμα αχώριστο, που εκφράζει άρνηση, στέρηση ή απουσία εκείνου το οποίο δηλώνει η λέξη από την παράγεται. Σπανίως προηγείται φωνήεντος. Πρόκειται για το α- σε λέξεις όπως αβεβαιότητα, αδυναμία. Η απόλαυση;

Ο Ρολάν Μπαρτ, στο βιβλίο του Τα Αποσπάσματα του Ερωτικού Λόγου, τοποθετεί το ερωτευμένο υποκείμενο στην αναπόφευκτη κατάσταση της αναμονής. Χαρακτηριστικά αναφέρει “Είμαι ερωτευμένος; - Ναι, αφού περιμένω”. Ωστόσο, το αντικείμενο της επιθυμίας δεν περιμένει ποτέ. Σε αυτή την παρτίδα παρουσιών και εμφανίσεων, ο ερωτευμένος αποδεικνύεται πάντα “χαμένος”, συνεπής στα ραντεβού του και απόλυτα αφοσιωμένος στο Άλλο. 

Ο λόγος και τα ενεργήματα του ερωτευμένου απευθύνονται αποκλειστικά στον Άλλο. Στη μετέωρη κατάσταση της αναμονής, ο ερωτευμένος κατοικεί, υπο-μένει στον απορημένο τόπο των απευθύνσεών του, στον τόπο του Άλλου.

Ο Άλλος δε συναντάται ποτέ στην πραγματικότητα της σεξουαλικής απόλαυσης αλλά στην οδύνη της μοναδικής του ξ-ενικότητας. Σε αυτή τη μακρινή απόσταση ερωτευμένου και Άλλου, στην αποτυχία της διατύπωσης, στην αποτυχία της εγγύτητας του σώματος του Άλλου, αναδύεται η απόλαυση μέσα από την έλλειψη. Μπορούμε να επεξεργαστούμε το εκθεσιακό ενέργημα ως μία κατασκευής τη “απόστασης”, ως μία ερωτική επιστολή στη σύγχρονη τέχνη της Αθήνας;

Μπορούμε να επεξεργαστούμε το εκθεσιακό ενέργημα ως μία κατασκευής τη “απόστασης”, ως μία ερωτική επιστολή στη σύγχρονη τέχνη της Αθήνας; Μπορούμε να προ(σ)καλέσουμε το θεατή σε μία διαμεσολάβηση της απόλαυσης; Στο σχήμα του ερωτευμένου-απόλαυσης-Άλλου και της μεταξύ τους απόστασης, η έκθεση Please Please Me με όρους ανάλογους εξετάζει στην απομακρυσμένη ύπαιθρο της Άμφισσας την επιθυμία της μητροπολιτικής καλλιτεχνικής παραγωγής, την απόλαυση στη στέρησή της. Στο Παλαιό Νοσοκομείο της Άμφισσας, στη χαρακτηριστική αρχιτεκτονική της αναμονής, επιχειρείται η σύσταση ενός εργοστασίου επιθυμίας. 

 

Επιμέλεια έκθεσης: Βασιλική-Μαρία Πλαβού

Συμμετέχοντες καλλιτέχνες: Μαρίνα Βελησιώτη, Ευγενία Βερελή, Ξένια Βήτου, Κωνσταντίνος Γιώτης, Χρήστος Δεληδήμος, Διονύσης Καβαλλιεράτος, Ορέστης Καραλής, Μαλβίνα Παναγιωτίδη, Μάριος Σταμάτης, Κωνσταντίνος Τσικνής, The Callas (Άρης και Λάκης Ιωνάς), Hypercomf (Ιωάννης Κολιόπουλος και Πάολα Παλαβίδη).

 

Η έκθεση Please Please Me είναι επισκέψιμη καθημερινά, 18:00-22:00. Είσοδος ελεύθερη. Υποχρεωτική η χρήση μάσκας και η τήρηση αποστάσεων.

 


SAXA LOQUUNTUR / ΓΙΏΡΓΟΣ ΤΣΕΡΙΏΝΗΣ

Επιμέλεια: Αποστόλης Αρτινός

Διοργάνωση: The Symptom Projects

Τοποθεσία: Αρχαιολογικό Μουσείο της Άμφισσας,

Διάρκεια: 19 Σεπτεμβρίου έως 28 Νοεμβρίου 2020) Ωράριο Μουσείου: Τετάρτη – Κυριακή 9.00π.μ.– 4.00μ.μ.

 

Η έκθεση Saxa loquuntur του Γιώργου Τσεριώνη στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Άμφισσας, είναι μια προσπάθεια επικοινωνίας του με την αρχαιολογική συλλογή του Μουσείου. Κεραμικά του έργα που επιχειρούν έναν απευθείας διάλογο με συγκεκριμένα εκθέματα του Μουσείου. Πόσο εφικτός είναι ένας τέτοιος διάλογος; Υπάρχει έστω κι ένα μικρό περιθώριο επιτυχίας του; Ή τα σύγχρονα έργα, με τη διαφορά της αλήθειας τους, είναι απλώς επιτελέσεις μιας ανοικτής και αφιλόδοξης απεύθυνσης; Τα έργα του Γιώργου Τσεριώνη, στις αίθουσες αυτών των αρχαίων γλυπτών, μαρτυρούν τη θέση του Πράγματος, με τη λακανική έννοια του όρου. Κομίζουν έτσι ένα αίνιγμα στο χώρο, ακόμη ένα, επιδεινώνουν το περιβάλλον του, εκθέτοντας το στις σιωπές του. Είμαστε ήδη στην ετεροτοπία ενός νοήματος μυστικού, στη διασαλευμένη χωρικότητα μιας αφήγησης, στα ίχνη ενός αφηγήματος, στο φορτίο μιας διασύνδεσης που διαγράφει τις τροχιές του, και πυκνώνει τις μορφικές του εξάρσεις. Οι αναπαραστάσεις είναι επεισόδια αυτών των μυστικών συνδέσεων κι αποσυνδέσεων, συμβαντικές εγέρσεις που αποσπώνται, κι απελευθερώνονται, κι ύστερα βυθίζονται στη λήθη του ονόματός τους. Τίποτε δεν εξαϋλώνεται σ’ αυτή την οριακότητα του κόσμου, το ένα διαχέεται μέσα στο άλλο, βυθιζόμενα υποβαστάζουν, «ένα ένθεν κι ένα πέραν κι από ’κει ένα βήμα στο τίποτα».

 

Η έκθεση Saxa loquuntur πραγματοποιείται σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Φωκίδος.

 

Οι εκθέσεις Please Please Me και Saxa Loquuntur πραγματοποιούνται με την υποστήριξη του Οργανισμού Πολιτισμού και Ανάπτυξης ΝΕΟΝ.


Στηρίζουμε τη δημιουργία



Τρίτη 21 Ιουλίου 2020

«Saxa loquuntur» / Γιώργος Τσεριώνης



Αρχαιολογικό Μουσείο της Άμφισσας
(19 Σεπτεμβρίου έως 28 Νοεμβρίου 2020)
Επιμέλεια: Αποστόλης Αρτινός

Το Σεπτέμβριο του 2019 συμμετείχα στην ομαδική έκθεση “Poisons” του the symptom projects. Τότε, κι εντελώς τυχαία, επισκέφθηκα το  Αρχαιολογικό μουσείο της Άμφισσας, κι εντόπισα, ανάμεσα στα πολύ ενδιαφέροντα εκθέματα του, μικρά κεραμικά γλυπτά στις προθήκες του που αμέσως με έκαναν να σκεφτώ αμφίδρομους συσχετισμούς με δικά μου κεραμικά έργα.
Πρότεινα την ιδέα μιας σχετικής έκθεσης στον Αποστόλη Αρτινό και αμέσως με ενθάρρυνε να προχωρήσω. Στην έκθεση «Saxa loquuntur», επιχειρώ έναν διάλογο λοιπόν με αυτά τα εκθέματα  του μουσείου της Άμφισσας, έργα πάνω στο δίπτυχο ζωή - θάνατος, σε έννοιες όπως η αναζήτηση, η οικία, ο φόβος, η ίαση, το ερείπιο, καθώς και στην ιδέα της συλλογής αντικειμένων  που σχολιάζουν την καταγραφή της μνήμης, και τη διαστρωμάτωσή της.

Γιώργος Τσεριώνης




Ça parle

Του Αποστόλη Αρτινού

     Το ιδιόλεκτο του Άλλου, η ιδιορρυθμία του, εκ-δηλώνεται στο περιβάλλον μιας αδυναμίας, μιας αδύνατης θέσης. Αυτό που του διανοίγεται, είναι κι αυτό που διασχίζεται, η διάσχιση μιας δομής, η εσωτερική ερημιά της, η δομική της εξάντληση. Γιατί η θέση του Ίδιου, είναι μια θέση αρνητική, μια κατοπτρική ατοπία, κάτι που μόλις διαφαίνεται, κι όσο διαφαίνεται τόσο διασαλεύεται κι ο ορίζοντας της απεύθυνσής του. Βρισκόμαστε ήδη στη μεθόριο μιας παρέκκλισης, μιας αλύσωσης παρεκκλίσεων, σ’ αυτή τη μεθόριο του Έξω, στις επιστροφές του, ξανά και ξανά.
     Που διαγράφεται όμως αυτή η ιδιορρυθμία; προς ποια κατεύθυνση; και προς τι; Στον ορίζοντα αυτών των διερωτήσεων αυτό που ιχνογραφείται δεν είναι τόσο το αντίκρισμα της προσδοκίας, όσο το ανιχνεύσιμο σημείο της εκδήλωσής της. Γιατί το Ίδιον αναγνωρίζεται καθώς αποσπάται κι εσωτερικεύεται μόνο. Η καταγωγή έτσι επιφυλάσσεται, διαθέτει τα χαρακτηριστικά της σημεία στο χείλος της υπερεκχείλισής της, εκβάλλοντάς τα σε ομοιώσεις κι αναμορφωτικές προβολές. Παρεκκλίσεις που ’ναι μαζί και εκκλήσεις. Εκλύομαι κι ελκύομαι στο αναπόδραστο μιας έλλειψής μου καταστατικής. Κάτι που μου διατίθεται απομακρυσμένο και μου διαφεύγει στη σπαρακτική του εγγύτητα. «Έλα πιο μακριά, φύγε πιο κοντά», (Heiner Müller). Μια αντιστροφή που μου διανοίγει και το πεδίο των εσωτερικών μου αντηχήσεων, αυτών των μοναδικών μου αναμονών.
     Το Άλλο μού αποκαλύπτεται στη σκοτία του ονόματός του, με εγγράφει στο ανεγγράψιμο αυτού του ονόματος, με εκθέτει στην επιτελεστικότητα της δικής του σκηνής, με υποβάλει στο μη ανήκειν, σε μια φασματική επιφάνεια που εξαχνώνεται σε όλες τις χειρονομίες μου και παρ’ όλα αυτά τις εγείρει. Βρισκόμαστε μέσα σ’ ένα παλίμψηστο εγγραφών, των εγγραφών μιας αδιάλειπτης βουής, μιας φωνής που ’ρχεται απ’ Έξω - ça parle - ακόμη κι όταν μοιάζει αυτή να σωπαίνει. Ένα παράσιτο στ’ αυτί, και με τα ιλιγγιώδη επεισόδια των καθηλώσεών μας, συμπτωμικά κι ανεξίτηλα, αυτή η ανησυχαστική μας στάση απέναντι στο Άλλο που διαρκώς μας εγείρει την παρουσία του, αλλά ποτέ και την αυτοπρόσωπη αλήθειά του.
     Η σκηνή του Άλλου είναι μια σκηνή που επιδεινώνει όλες αυτές τις διακρίσεις. Μια σκηνή που αφομοιώνει αλλά κι ανομοιώνει μαζί, όπως επισημαίνει ο Freud. Μια απροϋπόθετη σκηνή που υπερέχει, οικεία, μαζί κι απροσπέλαστη, που διαθέτει συνεχώς, και σε αφθονία, τον ανταγωνισμό της. Στη φασματική αυτή σκηνή, αν μπορεί να υπάρξει ποτέ άλλης πραγματικότητας δομή, αυτό που διασώζεται είναι κι αυτό που υπονομεύεται. Το Άλλο με σαγηνεύει γιατί προσδιορίζει τ’ απροσδιόριστο της καταγωγικής μου μοναξιάς, εγκαταλείποντας με αναπόδραστα σ’ αυτή. Προσεγγίσεις λοιπόν κι απομακρύνσεις, δισταγμοί κι απροσδόκητες ενθαρρύνσεις. Το Άλλο που ’ναι μια ασύνειδη πρό(σ)κληση, μια σκοτεινή σαγήνη, κι ένα αδύνατο πεπρωμένο. Κι ενώ το Ίδιον πορεύεται, το Άλλο προπορεύεται πάντα, αντιστεκόμενο σ’ όλες τις αναπαραστάσεις του, σ’ όλες τις δυνατές του ομοιώσεις. Κι εν τούτοις πάντα ορατό, όχι στις πρωτότυπες διεμφανίσεις του, αλλά στις ομοιώσεις της γλωσσικής του εκκεντρικότητας, στην αλλότητα του αποδιδόμενου ίχνους του. Είναι μάλιστα σ’ αυτή την απόδοση, σ’ αυτή την εξαρνημένη από-κάλυψή του, που εγείρονται κι οι γραφές του κόσμου. Γράφοντας το ίχνος του Άλλου, γράφεις τη δική σου γραφή, που δεν είναι πλέον μια δική σου γραφή, αλλά αυτή η γραφή του Άλλου, αν κι όχι ακριβώς. Το Ίδιον έτσι, καθώς εξέρχεται, αλλά ποτέ όμως στον τόπο του Έξω, δοκιμάζεται σε μίαν άγνωστη γλώσσα, που δεν είναι η αμίλητη και αμίμητη γλώσσα του Άλλου, αλλά αυτή η ποιητική γλώσσα, μια γλώσσα που ποιεί φαντάσματα μόνο, και το δικό της φάντασμα, που ’ναι το φάσμα του Ίδιου.
     Saxa loquuntur, (οι πέτρες μιλούν). Ο Freud κι η μικρή συλλογή των αρχαίων γλυπτών του. Οι πέτρες φέρουν εγγραφές, πολλές φορές τ’ ανεγγράψιμο, τη διαφωρά. Οι πέτρες είναι μια επιστροφή, το απόλυτο άλλο. Ένα όριο που διαφυλάττει τα ίχνη του, ένα αδιαίρετο όλο, που δεν ενδίδει στη σκέψη, δεν γίνεται τ’ αντικείμενό της, αλλά είναι αυτή η ίδια η διάκλειση της σκέψης, ένας, εν τέλει, άρρητος λόγος, ένας αλλόκοτος απόηχός που μένει. Μπροστά σ’ αυτή την απορία, στο θάμβος αυτής της απορίας, φυλάσσεται και το μυστικό μιας γλώσσας που υπομένει τη βάσανο των διερμηνεύσεών της. Μια εννοημένη μορφή που είναι και μια εξαρνημένη μορφή, αυτή η μορφή του αδυνάτου. «Η αρχαία Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ», θα πει καθαρά ο Philippe Lacoue Labarthe, γιατί η αρχαία Ελλάδα δεν αποδίδει μια φερέγγυα ταυτότητα, αλλά το εύρος μόνο της αλλότητάς της, το αδύνατο μιας δυνατής καταγωγής. Το άλλο της αρχαιότητας, αυτό το μεταφυσικό της θεμέλιο, είναι κι αυτό που αντιστέκεται στην ιδιοποίησή του. Είναι ο ορίζοντας μιας απομάκρυνσης, αλλά κι ο ορίζοντας μίας α-δύνατης εγγύτητας. Αυτή είναι και η οικονομία της αυθεντικότητάς της, ο περίκλειστος χαρακτήρας της, κι η διαφύλαξή του.
    
Το αντικείμενο της αρχαιότητας, αυτό το αρχαίο κατάλοιπο, ό,τι αναγνωρίζεται, περιοριστικά σήμερα, ως έργο της τέχνης της, διαφυλάττει μιαν αξία που δεν του ανήκει, μιαν αλήθεια του κόσμου που είναι πέραν του κόσμου, το ιερό ανάγλυφο μιας αδιάθετης εξωτερικότητας. Μάρτυρας μιας μαρτυρίας ανεκλάλητης, ένας μυστικός σύνδεσμος, μια έγερση τοτεμική, εκτεθειμένη στη συχνότητα του Έξω, και γι αυτό ένα εξέχον αντικείμενο που φέρει τον όλεθρο και δονείται απ’ αυτόν. Ο μικρός τελεσφόρος του Αρχαιολογικού Μουσείου της Άμφισσας, κεκαλυμμένος κι απογυμνωμένος, εκτεθειμένος στην πυρηνική του καθετότητα, στις ενδόμυχες ταλαντεύσεις του, διαρρηγμένος και διανοιγμένος στο θανατόληπτο φως που τον κατακλύζει. «Σκότος ημέτερον φάος», η ταλάντωσή του, κι οι τρομερές του εικόνες. Η εικονοποιία της αρχαιότητας αναδύεται μέσα σ’ ένα περιβάλλον ενύπαρξης. Το φως της διαγράφεται μέσα στο ζόφο του θανάτου, όπου το ένα καθιστά ορατό-δυνατό το άλλο. Μια ποιητική έξαρση μοναδικής εμβέλειας, που κατέλυε την εμπειρία της ζωής στο συμβάν της τελικότητάς της, στη τροχιά μιας ισχυρής μετά-τόπισης. Μια άλλη τοπική, αυτή η τοπική του θανάτου, αντικείμενο μελέτης της αρχαίας φιλοσοφίας, που συνέταζε και ρυθμοποιούσε το περιβάλλον της ζωής. Περάσματα, διαπερατά όρια και μυστικές επικοινωνίες. Κι όταν αυτή η κυκλοφορία, απ’ το ίδιον της ζωής στο άλλο του θανάτου και ξανά στη ζωή, εκλείψει, τα περάσματα κλείνουν και το περιβάλλον των φρικωδών αντικειμένων αποσύρεται στη λήθη. Τίποτε πλέον δεν πνει παρά μόνον μια ξέπνοη δραστηριότητα φιλοσοφικών και αισθητικών νοηματοδοτήσεων.
     Πως επανεγγράφονται όμως όλα αυτά σ’ αυτή τη νέα Λογική; Το έργο τέχνης στην εποχή της νεωτερικότητας θεωρείται ένα παραδειγματικό, αποκαλυπτικό συμβάν. Μια απομακρυσμένη εγγύτητα, αποσπασμένη απ’ τη προφάνεια της γλώσσας, που αναλίσκεται στην αρνητική διαλεκτική του. Η βουβότητα, όπως θα πει ο Adorno, κι η τυφλότητα αυτού του έργου, διαγράφουν τη σκοποθεσία του, τη σκοτεινή του ειμαρμένη. Η κρίση του, με τη διττή έννοια του όρου, διασώζει το ον, αλλά ένα ον όμως παραδομένο στη στιγμή του θανάτου του, αποστερημένο απ’ το Είναι του, (Blanchot), και γι αυτό μια ύπαρξη φασματική. Ένα θανατόληπτο έργο που συγκρατεί τη ζωή διαυγάζοντάς τη στο σκοτεινιασμένο του φως. Αυτή είναι κι η διαφορά του έργου στη διαφάνεια του κόσμου, το ορμέμφυτο που διασώζει και διαχέει. Η σκηνή που διανοίγει είναι αυτό το διά-βημα του θανάτου, το αρνητικό του ιδίωμα, που ’ναι και η μυστική σύνδεση του έργου με την απολεσθείσα πνευματικότητα του κόσμου, μ’ αυτές τις μυθολογικές του απαρχές. Μια αφήγηση που γίνεται μια υποχώρηση, μια κατάβαση, μια νέκυια, μια ακόμη επιστροφή, ένα πέρασμα, ένα δρασκέλισμα στο πέραν, όπου αρχίζει κι η συνομιλία, πέραν του ορατού, δίχως τίποτε σταθερό, τίποτε μετρήσιμο, μία παράδοση στο αόρατο, μια ιδιωματική κίνηση στο εσωτερικό μίας πυρηνικής κατάβασης, μία ασύνειδη εκφορά, που διεγείρει τη πνοή μιας γλώσσας μυστικής, μια συμπτωμική ανάδυση, μια ανάδυση που, όπως λέει κι η Kristeva, μπορεί να σ’ αφήσει στον τόπο, μια συμβαντική λοιπόν ανάδυση. Δεν πρόκειται εδώ περί μιας διαίσθησης, όσο για έναν παραδομό. Αυτή η σκοτεινή σαγήνη του αντικειμένου, κι η αδιάφορη κλίση μας προς αυτό, κι οι απεικονιστικές μας αντιλήψεις, όταν αυτές αχνοφαίνονται. Η ενορατική εργασία της τέχνης, η ποιητική της γλώσσα, διαγράφει μια συνθήκη αληθείας, ανάδυσης εικόνων, όχι πρωτότυπων διεμφανίσεων, αλλά σκιαγραφήσεων αυτής της καθ’ αυτό αδυνατότητας του Πράγματος. Ακολουθεί ένα παλίμψηστο εγγραφών, μία παλίρροια εικόνων, που διαυγάζουν, σ’ αυτό το καθεστώς της λήθης, τον αχνό ορίζοντα μιας δυνατότητας, μιας αληθούς δυνατότητας, μιας δυνατότητας, λοιπόν, γλωσσικής.
   
  Η έκθεση του Γιώργου Τσεριώνη στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Άμφισσας, ενέχει έτσι τη θέση μιας κρυπτωνυμίας. Μια χειρονομία εγγραφής, που δεν κομίζει κάποιο νόημα πάνω στο ανέγγιχτο corpus αυτών των αρχαίων αντικειμένων, παρά μόνο το fort/da της δικής της έκκλησης, του δικού της αποχαιρετισμού. Αυτό που εγκαλείται, σ’ αυτή τη χειρονομία, είναι κι αυτό που αποχαιρετάται, αυτό που απομακρύνεται διαρκώς, εγκαταλείποντάς μας στη φευγαλέα του εικόνα. Στην αστροφεγγιά αυτών των εικόνων λοιπόν, τα έργα του Γιώργου Τσεριώνη μαρτυρούν αυτή την αδυνατότητα. Αλλά περί αυτού πρόκειται μόνο; Ή πρέπει σ’ αυτήν ακριβώς την αδυνατότητα να δούμε και κάτι που μόλις διαφαίνεται, μια δυνατότητα αίφνης, τη δυνατότητα μιας νέας αναπλήρωσης; Η εξαίρεση του έργου τέχνης, λόγω αυτής της εξαιρετικής του θέσης, γίνεται πράγματι μια παραμυθητική τεχνουργία αναπλήρωσης, τόσο έγκυρης κι αποτελεσματικής, που καμιά ολοποιητική, ακαδημαϊκή προσέγγιση δεν θα μπορούσε να κατορθώσει. Είναι η ποιητική μέθοδος, στη συνθήκη του καταγωγικού της τραύματος, που εγγράφει πάνω σ’ αυτή την έ(κ)λειψη μια νέα αναλογική δομή, μια νέα αναντικατάστατη προσθήκη. Υπάρχουν βεβαίως δεσμεύσεις, εναρκτήριες εκφορές, εκεί που τείνει η χειρονομία, η προσδοκία μιας ανταπόκρισης, μια όξυνση αισθητηριακή. Υπάρχει κάτι που παραβιάζεται, μια μυστική περιοχή που εκθέτει τα διαρρηγμένα της σημεία, την ίδια τη διάρρηξή της, και πάλι τίποτε να μην διατίθεται. Σημεία μόνο, τα ίχνη αυτής της διάνοιξης, η υπόσχεσή τους. Η οικονομία της έκθεσης φέρνει στην επιφάνεια αυτά τα ανοικονόμητα σημεία, τα εκθέτει, τα δοκιμάζει, όχι σε μια επιφανειακή αναστάτωση, αλλά σ’ αυτή την αληθή τους προσδοκία. Η αλλότητα του Ιερού και η αλλότητα του έργου τέχνης, κι αυτή η μεταξύ τους αφερεγγυότητα, κι ο α-δύνατος τόπος τους. Στην αδυνατότητα αυτή όλα αναλαμβάνουν τον μετεωρισμό τους, την εναέρια δέσμισή τους, αλλά και την αφηγηματική τους εκφορά. Η καθετότητα του μικρού τελεσφόρου, η διαθεσιμότητά του, κι η καλλιτεχνική του αρπαγή, αυτός ο αντίκτυπος της αλήθειάς του, και χωρίς καμιά πρόσβαση ποτέ σ’ αυτή. Επιτελέσεις μόνο μιας χειρονομίας που εγκαταλείπεται απευθυνόμενη διαρκώς.
   
  Τα κεραμικά του Γιώργου Τσεριώνη, στις αίθουσες αυτών των αρχαίων γλυπτών, μαρτυρούν έτσι τη θέση του Πράγματος, με τη λακανική έννοια του όρου, την απροσπέλαστη θέση του, τη μη θέση του, που ’ναι κι η μόνη δυνατή. Κομίζουν έτσι ένα αίνιγμα σ’ αυτόν το χώρο, ακόμη ένα, επιδεινώνουν το περιβάλλον του, εκθέτοντας το στις σιωπές του. Είμαστε ήδη στην ετεροτοπία ενός νοήματος μυστικού, στη διασαλευμένη χωρικότητα μιας αφήγησης, στα ίχνη ενός αφηγήματος, στο φορτίο μιας διασύνδεσης που διαγράφει τις τροχιές του, και πυκνώνει τις μορφικές του εξάρσεις. Αυτή η μορφολόγηση του έργου, έξεργο πάντα μίας οδύνης, μια ενέργεια που κυκλοφορεί, και δι-εγείρει τις μορφές, τις προσδένει και τις εγκαταλείπει. Οι αναπαραστάσεις είναι επεισόδια αυτών των μυστικών συνδέσεων κι αποσυνδέσεων, συμβαντικές εγέρσεις που αποσπώνται, κι απελευθερώνονται, κι ύστερα βυθίζονται στη λήθη του ονόματός τους. Κανείς δε μετέχει σ’ αυτή τη μορφογένεση, ούτε ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Το χέρι του καλλιτέχνη είναι η τεχνολογία απλώς αυτής της λειτουργίας, το ενδιάμεσο της τελείωσής της, η ροή μόνο αυτής της ενέργειας, ο αντίκτυπος της στο ανάγλυφο των πραγμάτων, όπου η ανωνυμία του κόσμου υποχωρεί, κι αναλαμβάνουν το ρόλο τους οι φρικώδεις ονοματοδοσίες του, αυτές οι μυστικές του απολαύσεις. Τίποτε δεν εξαϋλώνεται σ’ αυτή την οριακότητα του κόσμου, το ένα διαχέεται μέσα στο άλλο, βυθιζόμενα υποβαστάζουν, «ένα ένθεν κι ένα πέραν κι από ’κει ένα βήμα στο τίποτα», (Derrida). Ιδού• ακόμη ένα όνομα σε παρένθεση, ακόμη ένα, ο ρυθμός της παρέκκλισης αυτού του κειμένου, που ’ναι κι ο ρυθμός της απεύθυνσής του, ο μοναδικός του ορίζοντας κι η τελείωσή του. Μια ακόμη τελείωση λοιπόν, ακόμη μία, μόλις πριν το τέλος. 

Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε για τις ανάγκες της έκθεσης «Saxa loquuntur»,  του Γιώργου Τσεριώνη, στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Άμφισσας, (19 Σεπτεμβρίου έως 30 Οκτωβρίου 2020), στα πλαίσια του The Symptom Projects.