Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Το Αυτόματο (απόσπασμα)

Του Θάνου Σταθόπουλου*



COULD

Θα σταματούσα, ίσως∙ κάποια άλλη στιγμή θα μπορούσα να σταματήσω, και, κυρίως, χωρίς να καταβάλω καμία προσπάθεια. Δεν καταλάβαινα γιατί κατέβαλα προσπάθεια∙ μπορούσα να σταματήσω χωρίς καμία προσπάθεια, ή σχεδόν καμία, στο παρελθόν (παρελθόν σήμαινε, δηλαδή, κάθε μέρα), μπορούσα να σταματήσω κάθε μέρα, εκτός από τις μέρες που δεν είχα λόγο να σταματήσω, γιατί αυτό που είπα μόλις πριν εντός παρενθέσεως: κάθε μέρα, θα έπρεπε να ήταν καλύτερα: παρελθόν σήμαινε, δηλαδή, σχεδόν κάθε μέρα, εφόσον δεν είχα αρχίσει καν, εάν εξαιρέσω τις φορές που δεν ήταν επειδή δεν είχα αρχίσει, αλλά επειδή δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Θα μπορούσε φυσικά να ήταν πολύ χειρότερα: μία κίνηση, ας πούμε, θα μπορούσε να κάνει τα πράγματα χειρότερα, εάν δεν μπορούσα να προβλέψω τι θα επακολουθούσε: θέλω να πω δηλαδή εάν δεν μπορούσα να ξέρω εκ των προτέρων τα αποτελέσματα. Όχι οποιασδήποτε κίνησης -αν και θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι οποιαδήποτε κίνηση θα ήταν καταστροφή-, αλλά μίας συγκεκριμένης (χωρίς να μου διαφεύγει ο κοινός τόπος ότι οποιαδήποτε κίνηση είναι συγκεκριμένη), μίας πολύ συγκεκριμένης κίνησης μεταξύ χιλιάδων συγκεκριμένων κινήσεων, η οποία θα μπορούσε να επιφέρει πολύ μεγαλύτερη καταστροφή από οποιαδήποτε άλλη. Μπορούσα, όμως, να προβλέψω τι θα επακολουθούσε; Θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι υπήρξε κάποια εποχή, μία περίοδος, έστω μία στιγμή, κατά την οποία μπορούσα να προβλέψω τι θα επακολουθούσε; Μπορούσα να θυμηθώ έστω μία στιγμή, κατά την οποία μπορούσα να προβλέψω οτιδήποτε θα μπορούσε να επακολουθήσει; Μπορούσα να απεμπολήσω κάθε δυνατότητα, οποιοδήποτε κάτι, οτιδήποτε;


ΑΝΑΠΝΟΗ

Δεν ξέρεις ποτέ γιατί αγαπάς. Αγαπάς, ή νομίζεις ότι αγαπάς, ή δεν αγαπάς. Ακριβώς όπως όταν αναπνέεις δεν σκέφτεσαι γιατί αναπνέεις, ή πώς θα πάρεις την επόμενη αναπνοή (εκτός εάν υποφέρεις από δύσπνοια, ή άσθμα, επομένως η αναπνοή μπορεί να είναι άθλος, βραχνάς, ή θρίαμβος), έτσι αγαπάς, ή νομίζεις ότι αγαπάς, ή δεν αγαπάς. Την αγαπούσε όπως ανέπνεε, δηλαδή: την αγαπούσε, ή νόμιζε ότι την αγαπούσε


ΗΣΥΧΙΑ

Τη νύχτα μάλλον που δολοφονήθηκε ο Κώστας Ταχτσής κατέληξα στην οδό Βουκουρεστίου προς άγραν αγοραίου έρωτα. Δεν είχα στην τσέπη μου παρά μόνο μερικά χαρτονομίσματα των εκατό δραχμών, δηλαδή σχεδόν τίποτα. Πλησίασα μία γυναίκα κάπως περασμένης ηλικίας και τη ρώτησα τι μπορούσαμε να κάνουμε με τα χρήματα που είχα.  «Όχι πολλά», είπε, «μια πίπα∙ αλλά καλή, όχι ξεπέτα». «Εντάξει», είπα, «αλλά πού;» «Μη σε νοιάζει», είπε, «ξέρω εγώ». Μ’ έπιασε απ’ το χέρι και κατευθυνθήκαμε σε μία πολυκατοικία της οδού Βαλαωρίτου. «Εδώ είναι πάντα ανοιχτά τη νύχτα», είπε, «μόνο να κάνεις ησυχία». Κατεβήκαμε στο υπόγειο και ακούμπησα στα κάγκελα της σκάλας. «Ωραίος είσαι», είπε. Έβγαλε τα βυζιά της έξω και συγχρόνως ξεκούμπωσε το παντελόνι μου. «Μπορείς να τα πιάνεις όσο θα σε παίρνω στο στόμα», είπε, «αλλά να κάνεις ησυχία, μη μας καταλάβουν».



ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ

Το 1994, η Σοφί Κάλ  εξέθεσε είκοσι ένα αντικείμενα  στη Συλλογή Διακοσμητικών Τεχνών του Μουσείου Μπόιμανς – βαν Μπόινινγκεν, στο Ρότερνταμ. Για καθένα από τα αντικείμενα που εξέθεσε αφηγείται τις αναμνήσεις από τη μητέρα της, τη δουλειά της ως μοντέλου καλλιτεχνών ή στριπτιζέζ ή τη σχέση της με τον πρώην άντρα της Γκρεγκ Σέπερντ. Οι επισκέπτες μπορούσαν να ξεναγηθούν στην έκθεση παίρνοντας ανά χείρας ένα μαγνητόφωνο. Σε μία προθήκη με αρχαία αγγεία η Καλ είχε τοποθετήσει έναν κόκκινο πλαστικό κουβά. Έχοντας ως υπόκρουση ένα μουσικό θέμα της Λόρι Άντερσον, αφηγείται. «Στις φαντασιώσεις μου είμαι άντρας. Ο Γκρεγκ το παρατήρησε αμέσως. Ίσως γι‘ αυτό μια μέρα μου ζήτησε να κατουρήσω για λογαριασμό του. Ήταν σαν τελετουργία. Πήγαινα από πίσω του, ξεκούμπωνα το παντελόνι του στα τυφλά, έβγαζα το πουλί του και προσπαθούσα να σημαδέψω. Όταν χωρίσαμε, ζήτησα από τον Γκρεγκ να κρατήσουμε μία φωτογραφία Συμφώνησε. Σ’ ένα εργαστήριο στο Μπρούκλιν επαναλάβαμε τη διαδικασία σ’ έναν πλαστικό κουβά, μπροστά στη φωτογραφική μηχανή. Η φωτογραφία ήταν μια αφορμή να το ακουμπήσω με το χέρι μου για τελευταία φορά.»


 ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ

Προχωρούσα στη Βασιλίσσης Σοφίας, που είναι βεβαίως απ’ τις μεγαλύτερες λεωφόρους της Αθήνας, είπε ο Νίκος Καρούζος, και με σταματάει αίφνης κάποιος, μάλλον μεθυσμένος, και μου λέει: Κύριε, δεν έχω κάνει τίποτα. Και ποιος σου είπε ότι έχεις κάνει κάτι; είπε ο Νίκος Καρούζος. Όχι, δεν έχω κάνει τίποτα. Πρέπει να σας το δηλώσω. Μα τι να μου δηλώσεις; είπε ο Νίκος Καρούζος, ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις, ούτε ξέρω αν έχεις κάνει κάτι ούτε φαντάζομαι πως έχεις κάνει κάτι. Όχι, λέει, δεν έχω κάνει τίποτα, κι ας λένε. Και προχώρησε. Δηλαδή, εκείνη τη στιγμή, είπε ο Νίκος Καρούζος, εγώ, σαν ο αόρατος, εκπροσωπούσα στην πλαστή του ενοχή τον δικαστή ή τον εξομολόγο. Για δες, σκέφτηκα, τελικώς η έσχατη κρίση στους ουρανούς επισυμβαίνει στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας.


*Από τη 2η λογοτεχνική συνάντηση Στα όρια του μαζί, Άμφισσα 20 Οκτωβρίου 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια: