Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Λόγος, Μέλος, Χορός, τριάδα αχώριστη


Του Παντελή Μπουκάλα



Συνήθως το παραβλέπουμε, από προπέτεια ή αδαημοσύνη, πάντως η γνώση μας τόσο για τον αρχαίο ελληνικό βίο και πολιτισμό όσο και  για τον νεοελληνικό χρωστάει πάρα πολλά στους ξένους μελετητές. Για να σταθούμε στα ελληνικά δημοτικά τραγούδια, στον Γάλλο νεοελληνιστή Κλωντ Φωριέλ δεν οφείλουμε μόνο την πρώτη δημοσίευσή τους, στο Παρίσι, το 1824-1825, στην καρδιά της Επανάστασης, μια έκδοση που αναζωπύρωσε τον φιλελληνισμό και συγκίνησε την ευρωπαϊκή λογιοσύνη, όπως μαρτυρεί και η σχεδόν άμεση μετάφραση τραγουδιών σε διάφορες γλώσσες. Του οφείλουμε και όσα εξαιρετικώς ευφυή παρατηρεί στα «Προλεγόμενά» του, μελετώντας την ιστορική διαδρομή των τραγουδιών, τη γλώσσα τους, την ποιητική τους, τη στενότατη σχέση τους με τη ζωή των Νεοελλήνων, στις κορυφώσεις της: έρωτας, γάμος, μισεμός, πόλεμος, θάνατος.

Επί της ουσίας, τα τραγούδια αυτά είναι για τον Φωριέλ το ατράνταχτο πειστήριο πως οι Νεοέλληνες δεν είναι «φυλή τιποτένια, ξεπεσμένη σε σημείο που να αξίζει μόνο την περιφρόνηση, ή τη λύπηση των καλλιεργημένων ανθρώπων»,(1) όπως πίστευαν οι λόγιοι της Ευρώπης. «Οι Νεοέλληνες», γράφει, έχουν και «μια ποίηση λαϊκή με όλη τη σημασία της λέξης, άμεση και γνήσια έκφραση του εθνικού χαρακτήρα και του εθνικού πνεύματος». Αν μάλιστα, συνεχίζει, ήταν εφικτή η «πλήρης συλλογή» των δημοτικών τραγουδιών, θα ήταν «η αληθινή εθνική ιστορία της νεότερης Ελλάδας και ο πιο πιστός πίνακας των εθίμων των κατοίκων της». (2)

Με την έκδοση ενός corpus των δημοτικών μας τραγουδιών να παραμένει δυστυχώς στον χώρο της προσδοκίας και της ευχής, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι η πλήρης συγκέντρωσή τους δεν έχει κατορθωθεί, παρά τις εκατοντάδες πλέον συλλογές, επιπλεον δε η μουσική πολλών είναι άγνωστη, αφού η καταγραφή της δεν ήταν στις έγνοιες των πρώτων συλλογέων. Είμαστε επίσης βέβαιοι ότι δεν έχουν καταγραφεί όλα τα τραγούδια ανόθευτα, χωρίς να πειραχτεί η γλώσσα τους (που «ευπρεπίστηκε») ή και το περιεχόμενό τους, το οποίο κατά κάποιον τρόπο καθαρίστηκε, ώστε να είναι «εθνικώς ορθότερο».

Αυτό σημαίνει ότι οι αποφθεγματικές φράσεις του Νικολάου Πολίτη στον πρόλογο των Εκλογών από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, θα έπρεπε να προσεγγίζονται με περίσκεψη και να μη χρησιμοποιούνται σαν έμβλημα με ισχύ φυσικού νόμου. «Εξαίρετον αναντιρρήτως θέσιν μεταξύ των μνημείων του λόγου του ημετέρου λαού», γράφει ο Πολίτης, «κατέχουν τα τραγούδια· όχι μόνον ως ισχυρώς κινούντα την ψυχήν διά το απέριττον κάλλος, την αβίαστον απλότητα, την πρωτοτυπίαν και την φραστικήν δύναμιν και ενάργειαν, αλλά και ως ακριβέστερον παντός άλλου πνευματικού δημιουργήματος του λαού εμφαίνοντα τον ιδιάζοντα χαρακτήρα του έθνους. [...] εις τα τραγούδια και τας παραδόσεις ο εθνικός χαρακτήρ αποτυπώνεται ακραιφνής και ακίβδηλος». Και καταλήγει με την πεποίθηση σκέψη ότι «τα τραγούδια εγκατοπτρίζουν πιστώς και τελείως τον βίον και τα ήθη, τα συναισθήματα και την διανόησιν του ελληνικού λαού».(3)

Οπωσδήποτε, τα τραγούδια αποτελούν μαρτυρίες της συλλογικής νοοτροπίας. Είναι μνημεία λόγου και βίου. Για να λειτουργήσουν όμως σαν όσο το δυνατόν ακριβέστερο κάτοπτρο, για να αποκτήσει δηλαδή το πλήρες νόημά του το κρίσιμο ρήμα εγκατοπτρίζουν, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να καθαρίσουμε ορισμένα τμήματα του καθρέφτη, τα οποία με τον καιρό έχουν σκοτεινιάσει από τις νοθευτικές επιστρώσεις. Να προσπαθήσουμε επίσης να αποκαλύψουμε όσες φωνές των δημοτικών τραγουδιών αποσιωπήθηκαν μερικώς ή και πλήρως, επειδή αντέβαιναν στο δικαιωτικό εθνικό αυτοϊστόρημα, που πλάστηκε όταν πια η λαϊκή μούσα είχε πάψει να είναι εκθαμβωτικά δημιουργική.

            Έχουν πράγματι ένα εκθαμβωτικό γνώρισμα ή χάρισμα τα γεννήματα της ανώνυμης ποίησης: Συνιστούν γεγονότα σώματος και γεγονότα ψυχής· είναι σημεία βαθύτερα της γλώσσας. Κι έτσι όπως παντρεύουν αρμονικά ρυθμό και νόημα, μέλος και εικόνα, φωνή και σιωπή, δηλούμενο και υποδηλούμενο, αφηγηματικό και λυρικό, φυσικό και υπερφυσικό, επάνω τόπο και κάτω κόσμο, ακαριαίο και εκτενές, φύση και ανθρώπους, λογικό και απροσδόκητο, ομάδα και άτομο, σεμνό και προκλητικό, γενέθλιο και τελεσίδικο, κοινό και αλλόκοτο, σκωπτικό και φιλάνθρωπο, ζωηφόρο και πένθιμο, πραγματικό και υπερρεαλιστικό, αρχαιότατο και καινοτόμο· έτσι όπως φιλόξενα στεγάζουν μέσα τους έναν τρόπο να δει κανείς το παν άτμητο, και άτμητο να το γευτεί, αποκαθιστούν και την ενότητα πνεύματος του ακροατή τους, αλλά πια και του αναγνώστη τους, που του προσφέρουν έναν απίστευτο αποκαλυπτικό πλούτο.

            Τα δημοτικά τραγούδια, άκρως λιτά και σοφά οικονομημένα, ακόμη κι όταν αφηγούνται μια ιστορία που θα μπορούσε να συντεθεί σε πολύπρακτο δράμα, είναι πολύδυμα ποιήματα, όχι μονοφωνικά. Το απώτερο νόημά τους αντιστέκεται στην προφάνεια και δεν παραδίδεται στη μία και μοναδική ανάγνωση· απαιτεί τη σπουδή ως κοπιαστική μελέτη, όχι ως βιασύνη. Το μοιρολόι είναι και δοξαστικό. Το τραγούδι του γάμου δεν αρνείται τη θλίψη. Το ηρωικό είναι και πικρό. Το τραγούδι της ξενιτιάς είναι και κοινωνικό, με εντελώς σύγχρονους όρους, αλλά και ερωτικό.

            Δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί με σχετική έστω ακρίβεια ο αριθμός των δημοτικών μας τραγουδιών. Αυτό άλλωστε που ενδιαφέρει πρωτίστως είναι το πνεύμα τους: πνεύμα ελεύθερο, δίκαιο και τίμιο. Από τους Ευρωπαίους περιηγητές πάντως και τις εξιστορήσεις τους γνωρίζουμε ότι στους αιώνες της σκλαβιάς οι Έλληνες τραγουδούσαν αδιάκοπα, ιστορώντας με παρρησία κάθε πτυχή του συλλογικού και του ιδιωτικού βίου. Γράφει σχετικά ο Αλέξης Πολίτης: «Ο κόσμος δεν τραγουδούσε μονάχα στα πανηγύρια ή τις γιορτές, τραγουδούσε συνεχώς κι αναζητούσε, όσο γινόταν, την ευκαιρία να χορέψει. "Οι ΄Ελληνες", μας λέει ένας προσεκτικός παρατηρητής, από τους οξυνούστερους που πέρασαν από τον χώρο μας, ο εγγλέζος Γουίλιαμ Μάρτιν-Λικ, "κάνουν μπαλάντες και τραγούδια για όλα τα θέματα και για κάθε περίσταση"· έναν αιώνα νωρίτερα κάποιος άλλος ταξιδιώτης, πολύ συστηματικός επίσης, ο γάλλος Τουρνεφόρ, σημείωνε: "είναι αλήθεια ότι οι ΄Ελληνες δεν έχουν χάσει τελείως τη διάθεση για χωρατά ούτε τη ροπή προς τη σάτιρα, που σπινθηροβολούσε την εποχή των προγόνων τους. Κάθε μέρα συνθέτουν πολύ πνευματώδη τραγούδια". [...] Στα μέσα του 18ου αιώνα: "Χωρίς να ξέρουν ποιος είναι ο ΄Ομηρος, ο Ανακρέων, ο Θεόκριτος, διασκεδάζουν με ερωτικά τραγούδια, μπαλάντες και ποιμενικά. Τραγουδούν αδιάκοπα και χορεύουν» [Porter]· και στα χρόνια της Επανάστασης: «το τραγούδι και ο χορός γεμίζουν κάθε λεπτό που δεν τους απασχολούν οι εργασίες του σπιτιού" [Blaquières]».(4)

          Εύστροφη και επινοητική η γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών, καταρρίπτει τη δογματική αντιμετώπισή της ως φτωχής. Αλλά δεν είναι μόνο λέξεις τα δημοτικά τραγούδια. Είναι τριαδικά, τρισυπόστατα: Λόγος, Μέλος, Χορός. Είναι πλουτισμένα με τη μουσική τους και, τις περισσότερες φορές, έχουν τον χορό να τα ιστορεί, και να οδηγεί συχνά τα βήματά του αντίθετα προς το περιεχόμενο: πικρό το νόημα, αλλά ο χορός ανοίγει το σώμα, το αναπτύσσει μέσα στο πείσμα του και στην επιμονή του. Το σκυμμένο κεφάλι σηκώνεται, όσο το πόδι πατάει γερά στο χώμα, θαρρείς με τον τρόπο του Ανταίου, και κοιτάζει καταπρόσωπο ό,τι ονομάστηκε μοίρα. Αυτή είναι η μαγγανεία της δημοτικής ποίησης.


[1]  Claude Fauriel, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια, τόμ. Α΄: Η έκδοση του 1824-1825, εκδοτική επιμέλεια Αλέξης Πολίτης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999, σ. 17.
[2] Στο ίδιο, σ. 26.
[3] Ν. Γ. Πολίτης, Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, Τυπογραφείον «Εστία», Αθήνα 1914, σ. ε΄.
[4] Αλέξης Πολίτης, Το δημοτικό τραγούδι: Εποπτικές προσεγγίσεις - Περνώντας από την προφορική στη γραπτή παράδοση - Μικρά αναλυτικά, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2010, σ. 41-42. Τα χωρία που παραθέτει ο συγγραφέας προέρχονται κατά σειράν από τα εξής βιβλία: William Martin-Leake, Researches in Greece, Λονδίνο 1814. - Joseph Pitton de Tournefort, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους 1700-1702, μετάφραση - εισαγωγή Μάκης και Μυρτώ Απέργη, σχόλια Μάκης Απέργης - Ειρήνη Λυδάκη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003. - Sir James Porter, Observations sur la religion, les loix, le gouvernement et les moeurs de la Grèce, Νεσατέλ 1763. - Ed. Blaquières, Histoire de la révolution actuelle de la Grèce, Παρίσι και Λειψία 1825.


Δεν υπάρχουν σχόλια: