Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Πτυχώνοντας μια πνοή

Λίζη Καλλιγά, “Πτυχώνοντας μια πνοή”, Επιμέλεια Αποστόλης Αρτινός.
Άμφισσα, πλατεία Ηρώων, (Μητροπόλεως) 1, 7 – 23 Οκτωβρίου 2016 (6-10 μμ.)


Η Πολυθρόνα - Μητέρα 

Η Μαμά στην πολυθρόνα της, λίγα χρόνια πρίν πεθάνει, ακινητοποιημένη σε έναν θρόνο με λουλούδια. Ενα βαθύ κάθισμα με φαρδιά πλαϊνά μπράτσα και δύο μαλακά μαξιλάρια. Οι κίτρινοι ήλιοι τριγύρω μέσα σε σκοτεινά φυλλώματα, λίγο σαν ένας κήπος. Μετά από πάρα πολλά χρόνια απόστασης, ή πολυθρόνα γίνεται ο τόπος της συνάντησης και της αποδοχής. Ο μεταβατικός τόπος και χρόνος πρίν τον τελικό αποχωρισμό. Είναι και ο τόπος της υποδοχής. Μέσα στο σαλόνι που ακόμα διατηρεί τα υπόλοιπα μιας ολόκληρης ζωής, αντικείμενα, έπιπλα, φωτογραφίες, πίνακες, αναμνήσεις. Κεντρικό σημείο όλων, η πολυθρόνα κοντά στο παράθυρο. Μπαίνει λίγο φως, φωτίζει το στρογγυλό τραπέζι μπροστά της.
Τα μικρά τασάκια, το κουτί για τα τσιγάρα, ο ασημένιος δίσκος με τα χρωματιστά κομπολόγια, λίγες φωτογραφίες μικρών παιδιών, το κοντρόλ της τηλεόρασης. Βυθίζεται σιγά-σιγά και μικραίνει με τα χρόνια η μητέρα, χάνεται σχεδόν μέσα στους ήλιους και τα σκιερά φυλλώματα. Εγώ κάθομαι στο πλάι, στον καναπέ κάτω από τον μεγάλο πίνακα με τα άλογα. Ο καναπές συχνά με καταπίνει. Καμιά φορά γλυκά, νωχελικά, άλλες φορές άγρια, σκληρά. Οι αλήθειες και τα ψέματα πλανώνται στον αέρα, ανάμεσά μας. Η πολυθρόνα παραμένει σιωπηλή και σκοτεινή. Καμιά φορά, ξαπλώνω ολόκληρη στον καναπέ, τον κάνω κρεβάτι,, κουλουριάζομαι κι όλας , σαν μικρό παιδί. Τότε έρχεται μια ησυχία. Το φως από το παράθυρο, που βλέπει πρός τον μεγάλο φωταγωγό, γίνεται δυνατότερο. Η μητέρα γίνεται σκιά, ίσως με παίρνει και ο ύπνος για λίγο. 
Η Πολυθρόνα-Μαμά γίνεται ένας σκούρος όγκος απέναντι στο φως. Τον κοιτάω και σιγά-σιγά κλείνω τα μάτια.

Λίζη Καλλιγά
Ιούλιος 2016
Σπέτσες



Πτυχώνοντας μια πνοή 

του Αποστόλη Αρτινού 

Στηλακανική θεωρία υπάρχει η έννοια της διάσχισης, όταν το υποκείμενο, σχίζοντας το πέπλο της φαντασίωσης, αποκτά μία εντύπωση πραγματικού. Στις πτυχώσεις της Λίζης Καλλιγά, απ' τις φωτογραφίες της “Μετοίκησις”, με τα περιτυλιγμένα αγάλματα του Μουσείου της Ακρόπολης πριν αναχωρήσουν για το νέο τους μουσείο, έως τα έργα αυτής της έκθεσης, είναι ένα πέπλο που δια-γράφει την αλήθεια του Πράγματος, την πρωτοτυπία του σχήματός του και το πρωτογενές της σημασίας του. Ένα πέπλο που από-καλύπτει το Πράγμα στη σκηνή της απόκρυψής του και της σιωπηλής του κατανόησης. Δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με μια φαντασματοποιία, όσο με μια άρση του πέπλου, μέσω των ιχνών που αποκαλύπτει. Ιχνών μιας δομής που κατονομάζεται ακατονόμαστη και αποκαλύπτεται καλυπτόμενη. Το διαφαινόμενο σχήμα του Άλλου καταμαρτυράται έτσι στην αοριστία του, στις μνημοτεχνικές του εγέρσεις, στο σχήμα μόνο της συγκίνησής του. 

Όταν πεθαίνει η μητέρα της, η Λίζη Καλλιγά επισκέπτεται το χώρο του διαμερίσματός όπου εκείνη ζούσε. Σκεπάζει όλα τα έπιπλα μ' ένα διάφανο πλαστικό και τα φωτογραφίζει. Τα παγώνει στη σιωπή αυτής της αποχώρησης, αλλά και πριν αναχωρήσουν κι αυτά. Τα πακτώνει στην ατμόσφαιρά τους, στις αναμνήσεις που εγείρουν, στις χειρονομίες της μητέρας της, σε ό,τι αυτά μπορούν ακόμη κάτι να ανακαλέσουν. Τα εμψυχώνει μ' εκείνη την πνοή που τα ενέπνευσε και διέσωσε το σχήμα τους στον καταμετρημένο της χρόνο. Τα θωρακίζει έτσι μέσα στην αμηχανία του πένθους, και τα καθιστά ορατά στον αργό του χρόνο. 

Ποια είναι όμως αυτή η σκηνή των πραγμάτων; Πώς αποκρίνονται; Αποκρίνονται; Υπάρχει μια ροή, μια ροή συγκίνησης μέσα στον κόσμο, που δρα επιφανειακά, πάνω στην επιδερμίδα των πραγμάτων, πτυχώνοντάς τα με σημασία. Μια δομική διαστροφή που αποδίδει και το οικείο τους ανάγλυφο, που γίνεται και το ανάγλυφο της εμπειρίας μας. Η αντικειμενικότητα έτσι του κόσμου μας δεν ανήκει στην καθαρότητα των δομών του, αλλά στη συγκίνησή τους, στην εκτροπή τους σ' αυτό το πεδίο που θα καταστήσει και τα πράγματα δοχεία ζωής. Μία ενέργεια που εκτρέπει την δομικότητα του κόσμου στο λίκνο της καταγωγικής του αναμονής. Αναμένω μέσα στον κόσμο αυτό που δεν είναι κόσμος, αλλά που με εισάγει σ' αυτόν. Συντονίζομαι σε μία δόνηση που δι-εγείρει το περιβάλλον μου, αλλά και την παθητική μου ενατένιση. Μια αποκαλυπτική εμπειρία που αποδίδει το νόημα των πραγμάτων στην ενεργητική τους εκφορά. Τα πράγματα επιδρούν πάνω μου ως υποκείμενα του εαυτού. Εικόνες που περιελίσσονται γύρω μας, εκθέτοντάς μας σ' ένα περιβάλλον που μας ανήκει και δεν μας ανήκει.

Εικόνες που αποσπούν το βλέμμα μου, το εκ-θέτουν, ορίζουν τον ορίζοντά του. Σ' αυτόν τον ορίζοντα της προσδοκίας, όπου το βλέμμα αναλαμβάνει και την εσωτερικότητά του. Αισθητοποιώντας τον περίγυρό του, το διαστρέφει και στο κοίλο των ενοράσεών του, σε προβολές που δεν εδράζονται στο βλέμμα, αλλά σ' εκείνη την καταγωγική ενότητα που εννοεί το αόρατο, το ανεντόπιστο και μυστικό. Το βλέμμα έτσι εγκαταλείπεται, όχι στις εικόνες του τόσο, όσο στις φασματικές του ενσαρκώσεις, σε εγέρσεις που προ(σ)καλεί και σαγηνεύει. Το βλέμμα είναι όταν είναι πέραν, πέραν του βλέμματος, προς θάνατον, σ' αυτή την τροχιά της σαγήνης, που απολύει τον κόσμο, διαθέτοντάς τον στους πολλαπλούς του θανάτους. Σε μια εξωτερικότητα που είναι και η πιο μύχια εσωτερικότητά του, καθώς αυτό είναι το βλέμμα, αντικριζόμενο και αντικριστό, ενώπιος ενωπίω, κατάματα στο σκότος του άλλου, όπου αυτός διαφαίνεται. Αυτή η εξαντλητική εμπειρία της όρασης του Klee, όπου έβλεπε το δάσος που τον έβλεπε. Αυτή η κατά μόνας ουσία του κόσμου. Μία ουσία που δεν ανήκει αλλά είναι. 

Το οικείο περιβάλλον είναι μια γλώσσα εγκαταλελειμμένη έτσι στα σημεία της. Γι' αυτό και όλα, μέσα σ' αυτό το περιβάλλον, μας μιλούν. Ιχνογραφούν μια πυρετική εμπειρία, που, αν και απούσα, δεν εκλείπει. Ή μάλλον, επειδή ακριβώς απουσιάζει, απ' την επείγουσα αμεσότητά της, μπορεί και να απευθύνεται βαθύτερα. Η ζωή είναι μια οικονομία θανάτου, και η ανάμνησή της το ανοικονόμητο της διαφωράς του, αυτό που υπερέχει και αντικατοπτρίζει τις εικόνες της επ' άπειρον. Η ανάμνηση είναι αυτό το ενδιάμεσο εσωτερικό, μεταξύ της ζωής και του θανάτου, που περιζώνεται από σκιές, κατάγραφο από τα ίχνη των καταγωγών του. Ό,τι καταμαρτυρούν αυτές οι εικόνες της Καλλιγά. Μια δυνατότητα του ίχνους, να μπορεί να υπάρχει, ιχνο-γραφώντας το ανοικονόμητο του θανάτου, το απαράμιλλο της διαφωράς του. Οι φωτογραφίες αυτού του διαμερίσματος έλκουν την καταγωγική τους διαφάνεια απ' την εμπειρία αυτής της αμετάκλητης απουσίας, μιας ανά-χώρησης χωρίς επιστροφή. Αυτή είναι άλλωστε και η εργασία του πένθους, η επαλήθευση του θανάτου, η διαρκής του αναμνημόνευση στον τόπο της επίδρασής του.

Ο άλλος, μου παραδίδεται στο ασύμπτωτο των αναμνήσεών μου, σε μια δι-αφάνεια, όπου αυτός διαφαίνεται. Οι αναμνήσεις μου καθιστούν τον τόπο του πραγματικό, σ' ένα φως που τον καταυγάζει και συγχρόνως τον απολύει. Αυτή η διαφάνεια της περιτύλιξης της Καλλιγά, που διασώζει το σχήμα του πράγματος στη μόνωσή του, στον πρακτικό του αποκλεισμό. Οι εικόνες του άλλου, οι εικόνες που μας θυμίζουν τον άλλον, είναι και μια αλλόκοτη επιστροφή στην εμπειρία του, η εκζήτησή της, αυτή η μεσιτεία των πραγμάτων, όπως την φιλοτέχνησε ο Ν. Γ. Πεντζίκης στο έργο του. Μία μεσίτευση σ' αυτά που κλητεύουν τον άλλον, τη μη φαινομενικότητά του, την ζώσα πνοή του, την υπομένουσα το θάνατό της, αυτή την ελευθερία της μέσα στον κόσμο. Όλα ομοιώσεις που αποκρύπτουν την καταγωγική τους εικόνα, αλλά εδραιώνουν και την απούσα παρουσία της. Ο άλλος αποκρύπτεται εκεί που διαφαίνεται, πίσω απ' τα σημεία του, πίσω απ' τα ίχνη της καταγωγής και αναχώρησής του. Κι αυτό γιατί δεν ανήκει πουθενά. Θα 'ναι πάντα το απροσπέλαστο. Ένα ανέγγιχτο ίχνος, που μόνο ανακαλώντας το θα μπορώ και να το κοινωνώ, να κοινωνώ την απουσία του, την αλήθεια της απομάκρυνσής του. Αυτή είναι και η μέγιστη δωρεά του θανάτου: η από-κάλυψη του άλλου. 

Ο άλλος, ο άλλος του θανάτου, αλλά και το Άλλο του Θανάτου, ακτινοβολεί τον περίγυρο μου απ' την άλλη πλευρά του κόσμου, κάνει τον οικείο χώρο του αποχαιρετισμού και της οριστικής αποχώρησης, χώρο μιας άλλης εγγύτητας. Τα πράγματα του άλλου, του άλλου του θανάτου, μας μιλούν, αλλά σε μια γλώσσα που δεν είναι γλώσσα, αλλά ψιθυρισμοί της νύχτας. Απευθύνσεις που μας αγγίζουν ανέγγιχτους. Αυτό το ακοινώνητο των βλεμμάτων στις επιτύμβιες στήλες. “Το βλέμμα του νεκρού, που δεν μας κοιτά στα όνειρά μας”, όπως θα πει ο Lacan. Μια γλώσσα καταβυθιζόμενη στη σιωπή των ονομάτων της, στο ακατονόμαστο μιας παραδειγματικής αδυναμίας. Η σιωπή αυτής της γλώσσας είναι και το τραύμα που μας επιφέρει ο θάνατος, η λύση μίας συνέχειάς μας γλωσσικής. Αυτή είναι άλλωστε και η άλλη πλευρά, το απροσπέλαστο απ' τη γλώσσα, η καταβαράθρωσή της στην καταγωγική της σιωπή. 

Η σειρά αυτών των φωτογραφιών της Καλλιγά αποκαλύπτουν έναν χώρο απογυμνωμένο απ' την παρουσία, αλλά κι έναν χώρο καθιερωμένο απ' την απουσία. Μια απουσία που μεταβολίζει τα πράγματα, εκ-θέτοντάς τα στο φως της. Στη σιωπή αυτή, όλα τα ίχνη συλλαμβάνονται αποσυρόμενα. Αποσυρόμενα στη σιωπή του βλέμματος, στην ποιητική του, κι όχι στην χρήση τους. Γίνονται το περιβάλλον ενός οικείου θανάτου, του δικού τους θανάτου, που τα υπαγόρευσε όμως στη ζωή. Είμαι στο θάνατο μου, σημαίνει διαρκώ, σημαίνει διατίθεμαι στην οικειοποίηση του άλλου, στην αναμνημόνευση των σημείων μου. Γνωρίζω αυτή τη σκηνή, τη γνωρίζω στους κατάδικούς μου θανάτους, τους φέρω μέσα μου όλους, με εξαντλούν, τους αναπολώ επίσης, τους αληθεύω, τους α-ληθεύω όσο μπορώ.  


Δεν υπάρχουν σχόλια: