Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Η εσταυρωμένη

της Άννας Μαρ 


Το σπίτι της Αλίνας Ρούστσις ήταν ένα διώροφο, γκρίζο κτίσμα, με κολόνες και σιδερένιο φράχτη. Πάνω στον φράχτη απλωνόταν μια κληματαριά, ενώ πάνω στη τζαμαρία της βεράντας σκαρφάλωνε μια βεγόνια. Ο τετράγωνος κήπος ήταν αρκετά μεγάλος σε έκταση. Στην δεξιά του πλευρά ήταν φυτεμένες ροδακινιές, δαμασκηνιές, βυσσινιές, μηλιές ∙ στην αριστερή του πλευρά υψώνονταν ακακίες, φλαμουριές, πασχαλιές, γιασεμιά και ένας αμέτρητος αριθμός τριανταφυλλιών. Η αλέα από νεαρές τούγιες ξεκινούσε από το σπίτι και κατέληγε σε ένα σύθαμνο γερασμένων καστανιών. Εκεί υπήρχε ένα πέτρινο παγκάκι καθώς επίσης και ένα πέτρινο στρογγυλό τραπέζι. Λίγο πιο πέρα ήταν ο τοίχος του γειτονικού κήπου, στις χαραμάδες του οποίου είχαν φτιάξει τις φωλιές τους σπουργίτια και νυχτερίδες. Στο πάνω μέρος του τοίχου είχαν τοποθετήσει μικρά κομμάτια σπασμένου γυαλιού και είχαν τοποθετήσει καρφιά με την μύτη προς τα πάνω.
Η Αλίνα βημάτιζε δίχως να βιάζεται στον κήπο. Είχε γδάρει τα χέρια της κόβοντας τριαντάφυλλα, και είχε λερώσει λίγο με χώματα το λευκό της φόρεμα. Υπήρχαν στιγμές που η καρδιά της σφιγγόταν.



Σκεφτόταν:
«… Ερωτεύτηκα . . . αναπάντεχα . . . και δίχως μνήμη . . . και για πάντα . . .  γιατί; . . . δε ξέρω . . . Με συστήνουν σε έναν άντρα, μου λένε πως τον λένε Χένριχ Σεμιότ, του δίνω το χέρι μου, και νιώθω ένα ρίγος να διατρέχει όλο μου το κορμί και . . . χάθηκα. Δεν ανήκω πλέον στον εαυτό μου. Εκείνος αστραπιαία μου αφαιρεί το τελευταίο ίχνος λογικής, υπερηφάνειας, βούλησης και σοφίας. Τον αγαπώ, τον αγαπώ, τον αγαπώ χιλιάδες φορές . . . τον αγαπώ κι ας λέει ότι θέλει ο κόσμος όλος. Έπαθαν τα νεύρα μου. Σήμερα είδα ένα παράξενο όνειρο. Ήμουν μοναχή, ήμουν γονατιστή μπροστά στην ηγουμένη . . . (Τέτοια ηγουμένη δε συνάντησα ποτέ στη ζωή μου, αφού, άλλωστε, ποτέ δεν επισκέφτηκα μοναστήρι στη ζωή μου…) Ήταν μια γυναίκα όμορφη και περήφανη. Διατάζει να με μαστιγώσουν μπροστά σε όλες τις αδελφές. Της ζητάω συγχώρεση, φιλάω τα χέρια της – είναι αμετάπειστη. Χιλιάδες μάτια με κοιτάζουν, χιλιάδες στόματα χαμογελούν χλευαστικά. Ενώ έκλαιγα με λυγμούς, με δένουν και με μαστιγώνουν. Η ψυχή και το κορμί μου ριγούν, ξυπνάω λουσμένη σε κρύο ιδρώτα και θυμάμαι ότι μια παρόμοια ιστορία μου είχε διηγηθεί ο Σεμιότ . . .Ήταν για μια μοναχή του μεσαίωνα. Όταν την τιμωρούσαν, εκείνη ούρλιαζε ένθερμες λέξεις σαν ερωτευμένη . . . την ζηλεύω . . . θέλω τόσο πολύ να με τιμωρήσουν  . . .νιώθω υγιής, χορτάτη, άξεστη».

Πηγαινοερχόταν στην αλέα, ψάχνοντας νεαρές λευκές κληματίδες, οι οποίες φύτρωναν απρόσκλητες ανάμεσα στις τούγιες. Η αμφιβολία την έτρωγε. Του αρέσει; Τι σκέφτεται γι’ αυτή; Να του εξομολογηθεί τον έρωτά της ή μήπως πρέπει να πνίξει αυτό το συναίσθημα; Γιατί ορισμένες λέξεις – τιμωρία, μαστίγιο, ενοχή – είναι τόσο τρομερό να τα προφέρει κανείς δυνατά; Καίνε τα χείλη. Ως πράξεις προκαλούν ταραχή. Στα βιβλία ο έρωτας είτε χυδαίος είναι, είτε εξυψωμένος. Εκείνη τον βλέπει ευχάριστο, σα δροσερή σαμπάνια. Η ουσία του, βεβαίως, δεν βρίσκεται στα φιλιά, αλλά στο ότι ο άντρας μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του τέτοια σκληρότητα απέναντι στη γυναίκα και στο ότι η γυναίκα με χαρά θα δεχτεί τον πόνο, τον εξευτελισμό και τη σκλαβιά. <. . . >
<. . . >Η Αλίνα ξάπλωσε ανάσκελα. Οι σαγηνευτικές εικόνες την βασάνιζαν στον ξύπνιο της και δεν ήταν πια σε θέση να παλέψει μαζί τους.

Ένας τεράστιος φανταστικός κήπος, γεμάτος με όλα τα καλά, παρόμοιος με την Παρέλαση του Ζολά*, όπου μπορούσες να συναντήσεις αφρισμένα ρυάκια, γιγάντια λουλούδια και πέτρινα σκαλοπάτια, σκεπασμένα από γλίνες και πρασινάδες. Ο ήλιος, η νωχελική σιωπή, τα πυκνά αρώματα. Οι ώριμοι καρποί πέφτουν εδώ κι εκεί πάνω στη γη. Πετούν μαύρες και μπλε πεταλούδες, ηχούν οι κρυστάλλινες φωνές των τζιτζικιών. Εδώ η Αλίνα περπατάει δίπλα στον Σεμιότ. Φυσικά, τώρα θα πέσει στα γόνατά του και θα του πει κάτι απεγνωσμένο . . . Αχ, πόσο την βασανίζει η παρθενία της. «Λύστε μου τα δεσμά, Χένριχ, σκύψτε και δεχτείτε το φιλί μου, αργό και βαθύ . . . τίποτα . . . τίποτα δεν θα σας αρνηθώ . . . η τρυφερή περιέργεια των ματιών σας, των χειλιών σας, των χεριών σας, θα ικανοποιηθεί . . . Κυριαρχείστε πάνω μου Χένριχ, κυριαρχείστε, γιατί σας αγαπώ!» Ο Χένριχ σπάζει ένα κλαδί, η φωνή του όμως όχι μόνο δεν είναι αυστηρή, αλλά απεναντίας είναι κελαριστή και περιπαθής. Στη συνέχεια ρίχνει την Αλίνα στο χορτάρι, σηκώνει τον ποδόγυρό της και ανάμεσα στους αναστεναγμούς του χορταριού, των δέντρων, κάτω από τον λαμπερό ήλιο και τις μελωδίες των πουλιών, την μαστιγώνει ανελέητα . . .
Η Αλίνα πέταξε την κουβέρτα από πάνω της, άναψε το φως, παραμέρισε τις κουρτίνες του κρεβατιού της, έψαξε στο κομοδίνο της το μπουκαλάκι με την κολόνια και έβαλε λίγη στους κροτάφους της... 

*Αναφορά στο έργο του Εμιλ Ζολά «Το αμάρτημα του Αββά Μουρέ» (σ.τ.μ.)

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Η εσταυρωμένη, εκτάσης 150 και πλέον σελίδων.
Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

Ευχαριστουμε θερμά τον Δ. Τριανταφυλλίδη για την άδεια της δημοσίευσης. 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: